Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Εγκύκλιος του Δρυινουπόλεως Ανδρέα για τον εορτασμό της 28ης Οκτ. 1940



Εγκύκλιος του Δρυινουπόλεως Ανδρέα

για τον εορτασμό της 28ης Οκτ. 1940



Σ’ ολόκληρη την τρισχιλιετή ιστορική πορεία του Ελληνικού Έθνους, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940 κατέχει ξεχωριστή - μοναδική θα λέγαμε - θέση. Γιατί ένα μικρό Έθνος, η Ελλάδα, αντιστάθηκε γενναία και νικηφόρα ενάντια στις δύο εκείνες πανίσχυρες και πάνοπλες αυτοκρατορίες : την Φασιστική Ιταλία και την Ναζιστική Γερμανία. Κι’ αυτό, όταν όλες οι χώρες της Ευρώπης, πλην της Μεγάλης Βρετανίας, είχαν υποκύψει στον “κεραυνοβόλο πόλεμο”, που είχε εξαπολύσει εναντίον τους ο Χίτλερ, ο παράφρων και αιμοσταγής δικτάτορας και “αρχιερέας” του ναζισμού.
Ο κόσμος ένοιωσε κατάπληξη και ανακούφιση, αφού η ελληνική νίκη κατέδειξε ότι ο “Άξων”, η συμμαχία, δηλαδή, Γερμανίας - Ιταλίας, δεν ήταν αήττητος. Η Ελλάδα, μια μικρή Χώρα, που δεν είχε ακόμη επουλώσει τις πληγές της από την φοβερή μικρασιατική καταστροφή του 1922, εξευτέλισε τον Μουσολίνι, ο οποίος εκόμπαζε ότι διέθετε οκτώ εκατομμύρια λόγχες για να “σπάση τα πλευρά της Ελλάδος”.
Κατ’ αναλογίαν ο Στρατός μας ήταν ελάχιστος μπροστά στον Ιταλικό, αν, μάλιστα, σκεφθή κανείς ότι η Ελλάδα, τότε, είχε - δεν είχε οκτώ εκατομμύρια πληθυσμό ! Ακόμη, οι Ένοπλες Δυνάμεις της Πατρίδος μας είχαν κι’ έναν άλλο, εξ ίσου αδυσώπητο εχθρό : τα χιόνια και τους πάγους της Πίνδου και των βουνών της Βορείου Ηπείρου. Πολλοί στρατιώτες μας έχασαν πόδια (κυρίως) και χέρια από τα φοβερά κρυοπαγήματα, μένοντας ανάπηροι για πάντα, θεωρώντας, όμως, την αναπηρία τους αυτή ως το πολυτιμότερο παράσημο της Πατρίδος για τον ηρωϊσμό τους. Όλοι, όσοι έζησαν τότε, έχουν να λένε για τον δριμύτατο χειμώνα του 1940 - 41, όπως επίσης και για τον εξ ίσου σκληρό χειμώνα του 1941-42.
Έχουν περάσει εξήντα οκτώ χρόνια από την μεγαλειώδη εκείνη εποχή. Κι’ ακόμη διερωτώνται κάποιοι ποιός, επί τέλους, είπε το “ΟΧΙ” και πως η Ελλάδα κατώρθωσε το ακατόρθωτο : Να νικήση και να ταπεινώση την πανίσχυρη πολεμική μηχανή του “Άξονα”.
Το ποιός είπε το “ΟΧΙ” θα μας το διευκρινήσει ένας απόλυτα αμερόληπτος κριτής, ο αείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος μόνο φίλος του μεταξικού καθεστώτος δεν μπορεί να χαρακτηρισθή. Στο πολύ ωραίο βιβλίο του “Τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου 1939-1944 (β Ἔκδοση, Αθήναι 1964, σελ. 19-20) σημειώνει χαρακτηριστικά : “Πρέπει να είμεθα, χωρίς άλλο, ευγνώμονες εις τον Ιωάννην Μεταξά, διότι είπε, ολομόναχος εις το σκοτάδι της νυκτός, το μέγα “ΟΧΙ”.
Λέγουν όσοι αντικρίζουν με εμπάθειαν και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της Ιστορίας, ότι το “ΟΧΙ” δεν το είπε ο Μεταξάς · ότι το είπεν ο Ελληνικός Λαός. Ναι, το είπεν ο Ελληνικός Λαός, αλλά αφού το είχε ειπή ο Μεταξάς ... Εάν έλεγεν ο Μεταξάς “Ναι”, πως θα έλεγεν “ΟΧΙ” ο Ελληνικός Λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα ; Θα το έλεγε, βέβαια, μέσα του και θα το εξεδήλωνε και έμπρακτα, όταν θα ωργάνωνε μυστικά την αντίστασίν του, αλλά η Αλβανική Εποποιΐα δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα, λοιπόν, τίμιοι απέναντι της Ιστορίας. Το μέγα “ΟΧΙ” είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά”.
Αλλά, τότε, η Ελλάδα ευτύχησε να έχη πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία αντάξια των κρισίμων εκείνων περιστάσεων : Αρχηγός του Κράτους ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β , Πρωθυπουργός ο Ιωάννης Μεταξάς, επί κεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων ο αντιστράτηγος (και μετέπειτα Στρατάρχης) Αλέξανδρος Παπάγος.
Ενώ στο Καλπάκι και στην Πίνδο φύλαγαν Θερμοπύλες δυό λεοντόκαρδα παλληκάρια : Ο στρατηγός Κατσιμήτρος και ο συνταγματάρχης Δαβάκης, αντίστοιχα. Είχε, όμως, και η Εκκλησία τον υπεράξιο Αρχηγό της, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθο τον από Τραπεζούντος. Αυτή, λοιπόν, η πολιτικοστρατιωτική και εκκλησιαστική Ηγεσία προετοίμασε τον Λαό και τα Νειάτα για να αγωνιστούν “υπέρ βωμών και εστιών” και για το μεγαλείο της Ελληνικής μας Πατρίδος. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.
Γιορτάζουμε, λοιπόν, και φέτος την νίκη και την δόξα του Σαράντα. Αλλά πως ; Μέσα σε μια πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων, με ακοές σκανδάλων, μ’ ένα πνεύμα υπέρμετρου πλουτισμού και προκλητικής επιδείξεως χλιδής, με διαδηλώσεις και πορείες, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, χωρίς κανείς, εκ των ιθυνόντων να δείχνει πως θυμάται εκείνη την μεγαλειώδη και ανεπανάληπτη εποχή του Σαράντα.
Αλλά οι φαντάροι, τα ναυτάκια και οι αεροπόροι μας, που έτρεξαν, τότε, να ανταποκριθούν πρόθυμα στο προσκλητήριο της Πατρίδος, και που πολλά από αυτά τα εικοσάχρονα και εικοσιπεντάχρονα παιδιά άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πεδία των μαχών, στην στεριά, στην θάλασσα και στους αιθέρες, μας καλούν σε αφύπνιση.
Οι καιροί είναι δύσκολοι, οι εχθροί του Έθνους καιροφυλακτούν · τα εθνικά μας θέματα, σε επικίνδυνη εκκρεμότητα : Κυπριακό, Βορειοηπειρωτικό, Μακεδονικό, Αιγαίο, Θράκη, Οικουμενικό Πατριαρχείο , ζητούν τις εθνικά ωφέλιμες λύσεις .
Η νεολαία μας αναζητεί καλλίτερη ποιότητα σπουδών και εξασφάλιση αξιοπρεπούς εργασίας. Όλες οι κοινωνικές τάξεις θέλουν δικαιότερη κατανομή του εθνικού πλούτου, ώστε να παύση να ισχύη αυτό που είναι γραμμένο μέσα στην Αγία Γραφή : “εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός” (Ψαλμ. θ 23).
Έτσι η Εκκλησία καλείται και τώρα να γίνει “μπροστάρης” για την αναστήλωση των ιδανικών της Πίστεως και της Πατρίδος, όπως το 1940, που σελάγιζε στο στερέωμα η μεγάλη μορφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου.
Χωρίς την ανόητη και αντιεκκλησιαστική θεωρία των “διακριτών ρόλων” Εκκλησίας και Πολιτείας, να κρατάη ψηλά και σταθερά τις δυό σημαίες, που καταξιώνουν το Γένος των Ελλήνων : Χριστό και Ελλάδα. Ως Επίσκοπος, λοιπόν, της ακριτικής αυτής Επαρχίας χαιρετίζω τις Ένοπλες Δυνάμεις, τα μαθητικά, φοιτητικά και εργαζόμενα νιάτα, καθώς και τους δοκιμαζόμενους αδελφούς της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου.
Να ζει η Ελλάδα μας και να μεγαλουργεί.


Διάπυρος προς Χριστόν ευχέτης
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης

Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ

Δεν υπάρχουν σχόλια: