Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Άγιος Νικόλαος


Στο νοτιοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, στη πόλη Πάταρα της Λυκίας γεννήθηκε ο άγιος Νικόλαος κατά τον 3ο αι. ( χρόνοι διωγμών του Διοκλητιανού και Μαξιμιανού) από ευσεβείς και πλούσιους γονείς που για πολλά χρόνια ήσαν άτεκνοι. Από τη παιδική του ηλικία φάνηκε ότι ο Θεός τον προώριζε για την ζωή της αγιότητας και της αφιερώσεως σ’ αυτόν. Το ότι θα γινόταν « εγκρατείας διδάσκαλος» φανερώνει το ότι Τετάρτη και Παρασκευή θήλαζε μόνο μια φορά την ημέρα. Οι γονείς τους τον ανέτρεφαν στην ευσέβεια, την ευλάβεια και τον δίδασκαν τα ιερά γράμματα. Πολύ νωρίς οι χριστιανοί της πόλεως των Πατάρων θεώρησαν ότι θα ήταν άξιος ποιμένας και ζήτησαν από τον επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας να τον χειροτονήσει ιερέα. Τα λόγια του επισκόπου ότι ο Νικόλαος θα ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, θα είναι καλός ποιμένας που θα επιστρέψει στη πίστη τους πλανεμένους και θα σώσει πολλούς που θα κινδυνεύουν βγήκαν αργότερα αληθινά.

Μετά την χειροτονία του αύξησε την σκληρότητα… των πνευματικών του αγώνων με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές συνεχίζοντας να διαπρέπει στη μοναχική ζωή. Μετά τον θάνατο των γονέων του στήριξε με την κληρονομιά της μεγάλης περιουσίας του όσους είχαν ανάγκη κάνοντας κρυφά ελεημοσύνες. Είναι γνωστό το περιστατικό της σωτηρίας από την ατίμωση τριών νεαρών κοριτσιών που ο πατέρας τους ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία για να ξοφλήσει τα μεγάλα χρέη του. Τρείς φορές ο Άγιος προσέφερε κρυφά αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν τα κορίτσια να αποκατασταθούν. Προστάτης των αδικουμένων έσωσε από βέβαιο θάνατο τρείς αθώους πολίτες αρπάζοντας το ξίφος από το δήμιο και τρείς στρατηγούς που συκοφαντήθηκαν άδικα ότι δήθεν ετοίμαζαν στάση σε βάρος του αυτοκράτορα. Οι τρείς στρατηγοί επικαλέσθηκαν τη βοήθεια του Αγίου, ο οποίος εμφανίσθηκε σε όνειρο στον αυτοκράτορα και τον πληροφόρησε για την αθωότητα τους.

Ο Θεός για τις αρετές του του έδωσε την χάρη των θαυμάτων. Πριν γίνει επίσκοπος κατα το ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους δυό φορές με την προσευχή του σταμάτησε την τρικυμία που απειλούσε το πλοίο με το οποίο ταξίδευε.

Ο Άγιος Νικόλαος έγινε κατά θαυμαστό τρόπο επίσκοπος. Όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Μύρων και μαζεύτηκαν οι επίσκοποι για να εκλέξουν αντικασταστάτη κάποιος πρότεινε να κάνουν προσευχή για το θέμα της εκλογής. Ο Θεός φανέρωσε σ’ ένα επίσκοπο ποιον έπρεπε να εκλέξουν. Θα στέκονταν κοντά στην είσοδο του ναού και όποιος θα έμπαινε σ’ αυτόν για να προσευχηθεί αυτός θα ήταν ο νέος επίσκοπος της πόλεως. Παρακινημένος από το Άγιο Πνεύμα ο Νικόλαος πήγε στο ναό για να προσευχηθεί. Εκεί συναντήθηκε με τον επίσκοπο στον οποίον ο Θεός φανέρωσε πως θα γίνει εκλογή. Αυτός τον οδήγησε στους άλλους επισκόπους που τον χειροτόνησαν ενώ τα πλήθη των χριστιανών που εν τω μεταξύ είχαν προσέλθει στο ναό εχάρησαν για την εκλογή.

Ο αγώνας του για τη διάδοση της πίστεως έκανε τους ειδωλολάτρες άρχοντες των Μύρων να τον συλλάβουν, να τον υποβάλλουν σε βασανιστήρια και να τον φυλακίσουν μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Μέγας Κωνσταντίνος και κατέπαυσε τους διωγμούς απελευθερώθηκε από τά δεσμά της φυλακής και επέστρεψε στο ποίμνιο του. Ήταν « μάρτυρας κατά την προαίρεση» χωρίς να χύσει το αίμα του.

Ο Άγιος Νικόλαος έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκλήθη το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας από τον Μ. Κων/νο κατά της αιρέσεως του Αρείου. Σύμφωνα με τη παράδοση ο Άγιος Νικόλαος, που ήταν « κανών πίστεως» αλλά και « εικόνα πραότητος» καταλήφθηκε από ιερό ζήλο και τόσο οργίσθηκε από τα βλάσφημα λόγια του Αρείου ώστε τον ράπισε στο πρόσωπο, του έδωσε μια «σφαλιάρα» .

Ω! τι θα γινόταν Άγιε Νικόλαε σήμερα! Θα σε παραλάμβαναν τα δημοκρατικά ΜΜΕ και θα σε στόλιζαν κατάλληλα με τους χαρακτηρισμούς «του τραμπούκου», «του καταπατητού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» καί δεν ξέρω τι άλλο. Κοιτάξτε όμως πως ενεργεί ο Θεός, ο οποίος έχει άλλη λογική και βλέπει τα κίνητρα των πράξεων. Ο Άγιος Νικόλαος δεν κτύπησε τον Άρειο από μίσος αλλά για να τον παιδαγωγήσει και να τον συνεφέρει από την πλάνη. Τα κίνητρα όμως των πράξεων μόνο ο Θεός τα γνωρίζει. Οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τις πράξεις.

Όπως γράφεται στο συναξάρι του η πράξη του προκάλεσε την άμεση αντίδραση του παρόντος Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος διέταξε τα όργανα της τάξεως να συλλάβουν τον άγιο να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του επισκοπικού του αξιώματος, δηλ. το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο και να τον οδηγήσουν αμέσως στη φυλακή σιδηροδέσμιο. Η δικαίωση του όμως ήλθε το βράδυ της ίδιας ημέρας. Παρουσιάστηκαν ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο. Το πρωί κάποιοι γνωστοί του τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά να φορά ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το έμαθε ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγγνώμη και τον αποφυλάκισε.

Ο Άγιος Νικόλαος και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του με θαυματουργικό τρόπο έσωσε πλήθος ανθρώπων που ταξίδευαν με πλοία μαζί με τα πληρώματα των ναυτικών γι’ αυτό και θεωρείται προστάτης τους. Όπως γράφει ο βιογράφος του Συμεών: « Η φήμη του πήρε φτερά, πέταξε ψηλά, έτρεχε παντού και αγκάλιαζε τα πάντα, διάβαινε το πέλαγος, τριγύριζε σ’ ολόκληρη τη θάλασσα και δεν υπήρχε τόπος που να μην ακούει κανείς τις θαυμαστές επεμβάσεις του». Είναι γνωστή η σωτηρία ανθρώπου που έπεσε στη θάλασσα και που μόλις φώναξε «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι» βρέθηκε στο σπίτι του ανάμεσα στους δικούς του ενώ τα ρούχα του έτρεχαν ακόμη θαλασσινό νερό. Μια άλλη φορά ναύτες που κινδύνευαν να καταποντιστούν φώναξαν τον Άγιο Νικόλαο και εκείνος εμφανίστηκε και τους είπε: «Με καλέσατε και ήρθα» και πήρε το πηδάλιο στα χέρια του διατάσσοντας τη θάλασσα να γαληνέψει.

« Σήμερα, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, δεν υπάρχει βραχονησίδα, νησάκι, μεγαλύτερο νησί, παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά και μακρύτερα από τη θάλασσα, που να να μήν έχει ανεγερθεί εικονοστάσι ή ναΐδριο, ενοριακός ναός ή μοναστηριακός ναός πρός τιμήν του Αγίου Νικολάου.

Και φυσικά, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό μας έχουν ως προστάτη τους τον αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου γεμίζει με την παρουσία και τη χάρη του τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τα σπίτια των οικογενειών τους διότι ο άγιος « διασώζει τους αυτώ προστρέχοντας εκ κινδύνων χαλεπών και θανάτου πικρού». ( Ε. Π. Λέκκου, Αγιος Νικόλαος, σ. 43).

Ο Άγιος Νικόλαος φτάνοντας σε βαθιά γεράματα κοιμήθηκε μετά από σύντομη ασθένεια. Τάφηκε σε ναό των Μύρων που κτίστηκε πρός τιμήν του και που έγινε μεγάλο προσκύνημα. Μέχρι τον 10ο αι. ο τάφος του ανέβλυζε άγιο μύρο θεραπευτικό κάθε ασθένειας. Το 1087 οι σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας μετάφεραν το λείψανό του στο Μπάρι της νότιας Ιταλίας.

Ο Άγιος Νικόλαος τιμάται ιδιαίτερα από την Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου και εντός του Αγίου Όρους, αφού στην Μονή υπάρχουν δύο παρεκκλήσια αφιερωμένα στον θαυματουργό αυτόν Άγιον, αλλά και εκτός Αγίου Όρους στο Ιερό Μετόχι του Αγίου στο Πόρτο Λάγος. Με την παρουσία μοναχών της Μονής τελούνται καθημερινά οι ιερές ακολουθίες, παρακλήσεις στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο ναό της Παναγίας Παντανάσσης αλλά και στο ναό του άλλου μεγάλου και σύγχρονού μας αγίου, του Αγίου Νεκταρίου και πλήθος κόσμου βρίσκει ανακούφιση και παρηγοριά, τόσο από τη γύρω περιοχή, όσο και από άλλες περιοχές της Ελλάδας και το εξωτερικό.

Ό «Νικόλαος, πρέσβυς ων εν γη μέγας, και γης αποστάς, εις το πρεσβεύειν ζει» δηλ. «Ο Νικόλαος που ήταν μεγάλος πρέσβης προς τον Θεό όταν ζούσε, εξακολουθεί και όταν έφυγε από τη γή να πρεσβεύει».

Ταις Αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

Αμαρτία και Μετάνοια


Αμαρτία και Μετάνοια
Γ. Μαντζαρίδη
Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Συχνά οι Χριστιανοί θεωρούν ως αμαρτία την παράβαση των αρνητικών κυρίως εντολών του Δεκαλόγου: «Ου φονεύσεις», «ου μοιχεύσεις», «ου κλέψεις», «ου ψευδομαρτυρήσεις». Όταν κανείς φροντίζει για τις εντολές αυτές, πιστεύει πως έχει όλα τα προσόντα, για να θεωρεί τον εαυτό του ως καλό Χριστιανό. Όταν μάλιστα τηρεί πιστά την έβδομη εντολή και προφυλάσσεται από τα καλούμενα σαρκικά αμαρτήματα, νομίζει πως έχει ανεβεί στην κορυφή της πνευματικής τελειότητας. Αν ο άνθρωπος αυτός αδιαφορεί για τη χριστιανική αγάπη, που αποτελεί την ουσία του χριστιανικού κηρύγματος, αν δεν γνωρίσει τι θα πει πραότητα ή ταπεινοφροσύνη, το θεωρεί δευτερεύον ή και αδιάφορο. Ο Δεκάλογος της Παλαιάς Διαθήκης, σε συνδυασμό με τον έμφυτο ηθικό νόμο, που υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων, θεωρούνται ως το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής ζωής. Τα πράγματα όμως δεν πρέπει να κρίνονται επιφανειακά. Γι’ αυτό και μια βαθύτερη εξέταση της βιβλικής και της πατερικής διδασκαλίας για την προσέγγιση της ουσίας της αμαρτίας είναι απαραίτητη.
Η ουσία της αμαρτίας κατά την Παλαιά Διαθήκη βρίσκεται στη διάθεση του ανθρώπου να αγνοήσει το Θεό και να τοποθετήσει στη θέση του τον εαυτό του. Την πλαστικότερη περιγραφή της αμαρτίας την προσφέρει το βιβλίο της Γενέσεως με την αφήγηση της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Στην Καινή Διαθήκη και την πατερική παράδοση η ουσία της αμαρτίας δεν είναι διαφορετική, αλλά παίρνει μια σαφέστερη μορφή. Αμαρτία εδώ είναι η άρνηση του ανθρώπου να δεχθεί το Ευαγγέλιο του Χριστού και να ζήσει ως μέλος της Εκκλησίας του. Η αμαρτία δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες πράξεις, σκέψεις, ενέργειες ή επιθυμίες του ανθρώπου, αλλά είναι μια γενικότερη κατάσταση που εκδηλώνεται με όλα αυτά, χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτά.
Για να καταλάβουμε καλύτερα την ουσία της αμαρτίας, χρειάζεται να δούμε τι είναι η απελευθέρωση από αυτήν, δηλαδή η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος που ζει στην αμαρτία είναι δούλος της φθοράς και του θανάτου. Οι πράξεις του, οι σκέψεις του, οι ενέργειες και οι επιθυμίες του προσδιορίζονται από την ιδιοτέλεια. Δεν είναι σε θέση ν’ ανοίξει την καρδιά του, να χωρέσει τους άλλους, να τους αγαπήσει, να τους δει ως εικόνες του Θεού, που είναι ο Δημιουργός και η πηγή της ζωής όλων των ανθρώπων. Η φθορά και ο θάνατος είναι αμαρτωλές καταστάσεις, στις οποίες υποδουλώνεται ο άνθρωπος, όταν χάσει την κοινωνία του με την πηγή της ζωής, το Θεό.
Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, όσο ο άνθρωπος «αφίστατο της ζωής, τοσούτον προσήγγιζε τω θανάτω. Ζωή γαρ ο Θεός. στέρησις δε της ζωής θάνατος». Ο θάνατος είναι το τίμημα της αμαρτίας. Και θάνατος είναι πριν απ’ όλα ο χωρισμός από το Θεό. Ο σωματικός θάνατος, που έρχεται ως επακόλουθο του πρωταρχικού αυτού θανάτου, αποτελεί ουσιαστικά ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο, «ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση» (Θεόφιλος Αντιοχείας). Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό, βρίσκεται κάτω από την εξουσία του θανάτου. Και όταν ανασυνδέεται με το Θεό εν Χριστώ γίνεται μαζί του νικητής του θανάτου.
Η σωτηρία του ανθρώπου έγκειται στην πρόσληψή του στο σώμα του Χριστού και στην ικάνωσή του να ζήσει ως νικητής της φθοράς και του θανάτου μέσα στο φως της Αναστάσεως. Ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, είναι ο μόνος που μπορεί να συνδέσει τον άνθρωπο με το Θεό και να προσφέρει σ’ αυτόν τη ζωή που στερήθηκε. Γι’ αυτό και η πίστη στο Χριστό αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το Ευαγγέλιο, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, δεν χωρίζει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις αρετές ή τις κακίες τους, αλλά σύμφωνα με τη διάθεσή τους να μετανοήσουν ή να επιμείνουν στην αμαρτία. Και ο Χριστός δεν κάλεσε τους ανθρώπους να γίνουν περισσότερο ενάρετοι ή λιγότερο αμαρτωλοί, αλλά να μετανοήσουν και να δεχθούν τη χάρη που τους προσφέρει. Όσο οι άνθρωποι δεν μετανοούν, βρίσκονται μακριά από την αληθινή πηγή της ζωής τους και είναι δούλοι της φθοράς και του θανάτου. Στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού». Μόνο η συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας δίνει στον άνθρωπο το μέτρο της πραγματικής ηθικότητάς του και της σχέσεώς του με το Θεό. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο, ότι εκείνοι που δέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν ήταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που καυχιόνταν για τις αρετές τους, αλλά οι τελώνες και οι πόρνες, που συναισθάνθηκαν την αμαρτωλότητά τους και μετανόησαν.
Αυτήν ακριβώς την αλήθεια εκφράζουν και τα λόγια του Χριστού προς τους ιερείς και διδασκάλους των Ιουδαίων. «αμήν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Η πρόταξη αυτή των τελωνών και των πορνών, που ήταν αναμφισβήτητα ανήθικοι και άδικοι άνθρωποι της κοινωνίας τους, δε σημαίνει βράβευση της ανηθικότητας και της αδικίας. πολύ περισσότερο δε σημαίνει αποδοκιμασία της δικαιοσύνης και της αρετής. Η πρόταξη αυτή σημαίνει βεβαίωση της καθολικής αφέσεως που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο που μετανοεί πραγματικά. στον άνθρωπο που κατανοεί την αναξιότητά του και επικαλείται το έλεος του Θεού.
Όταν ο Χριστός επισκέφθηκε τον τελώνη Ζακχαίο στο σπίτι του, δεν το έκανε, για να δικαιώσει τις αδικίες του, αλλά για να βραβεύσει τη μετάνοιά του. Και όταν αρνήθηκε να κατακρίνει τη γυναίκα που συνελήφθη «επ’ αυτοφώρω μοιχευομένη», δεν το έκανε για να δικαιολογήσει τη μοιχεία, αλλά για να δηλώσει την καθολικότητα της αμαρτίας και την αναγκαιότητα της μετάνοιας για όλους ανεξαιρέτως. Γι’ αυτό, όταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι επέμεναν ν’ αποσπάσουν την καταδικαστική κρίση του Χριστού για τη μοιχαλίδα, εκείνος είπε: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτήν». Και όταν αποσύρθηκαν σιγα-σιγά όλοι, «εις καθ’ εις, αρξάμενοι από των πρεσβυτέρων», είπε ο Χριστός στη γυναίκα: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».
Το μυστικό της αρετής του ανθρώπου, κατά τη χριστιανική διδασκαλία, βρίσκεται στην απόφαση της μετάνοιας. Και την απόφαση αυτή την παίρνει όποιος αισθάνεται να τον βαραίνει η αμαρτία. Αντίθετα, όποιος καυχιέται για τις αρετές του δε μετανοεί και μένει μακρυά από τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό οι αμαρτωλοί βρίσκονται πιο μπροστά από τους δικαίους στο δρόμο της βασιλείας του Θεού.
Η πρόταξη αυτή όμως φαίνεται παράξενη στα μάτια των πολλών. Παράξενη, αν όχι και απαράδεκτη, φαίνεται και στα μάτια πολλών Χριστιανών, άσχετα αν βεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό. Και αυτό είναι πολύ φυσικό, όταν ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζεται ως ηθική διδασκαλία, και ο Χριστός ως ηθικοδιδάσκαλος, που ήρθε να εγκαθιδρύσει τη δικαιοσύνη και την αρετή, όπως την εννοούν οι άνθρωποι. Διαβάζοντας όμως κανείς το Ευαγγέλιο παρατηρεί ότι όλες οι ανθρώπινες αξίες ουσιαστικά παραμερίζονται ή και ανατρέπονται. Οι άνθρωποι δεν αξιολογούνται σύμφωνα με την ηθική υπόληψή τους. Ούτε η κοινωνική τους θέση και αξιοπρέπεια δίνει το μέτρο της αξίας τους. Το μόνο σταθερό κριτήριο, το μόνο μέτρο για την αξιολόγησή τους είναι η μετάνοια. Όταν ο άνθρωπος μετανοεί, γίνεται δεκτός στη βασιλεία του Θεού, σώζεται. Όταν δεν μετανοεί, ο,τιδήποτε άλλο και να κάνει, του είναι σε τελαυταία ανάλυση άχρηστο. δεν τον σώζει. Αυτό είναι το χριστιανικό κριτήριο. Αυτό είναι το μέτρο με το οποίο θα κρίνει ο Θεός τον άνθρωπο.
Και πραγματικά, ποια μπορεί να είναι η ηθική ποιότητα και του καλύτερου ακόμα ανθρώπου μπροστά στην αγιότητα του Θεού; Ποια μπορεί να είναι η αξία της αρετής απέναντι στη θεία αρετή; «Ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» λέει ο Προφήτης Ησαϊας. Μήπως ο ληστής που κληρονόμησε τον Παράδεισο προτιμήθηκε από το Χριστό για τις αρετές του;
Βέβαια κάθε άνθρωπος, που μετανοεί και πιστεύει στο Χριστό, είναι φυσικό να φροντίζει και για την καλλιέργεια της αρετής. Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί πως υπηρετεί μόνο την αρετή και δεν αμαρτάνει; Ιδιαίτερα μάλιστα στις μέρες μας η ηθική αποχαλίνωση έχει προχωρήσει τόσο πολύ και η αμαρτία έχει τόσο διαδοθεί, ώστε πολλοί όχι μόνο τη θεωρούν τελείως φυσική, αλλά και καυχιόνται ακόμα γι’ αυτήν. Οι μεγαλύτερες απάτες και τα φοβερότερα εγκλήματα γίνονται συχνά με το φυσικότερο τρόπο. Αρκεί ν’ αφήσει κανείς λίγο ελαστική τη συνείδησή του, για να φτάσει χωρίς να το καταλάβει σε πράγματα επαίσχυντα. Γι’ αυτό και πολλοί Χριστιανοί αισθάνονται αυτάρκεις με μια υποτυπώδη πνευματική ζωή και λησμονούν την τραγικότητα της αμαρτίας.
Όπως όμως είπε ο ίδιος ο Χριστός, «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες». Όσο οι άνθρωποι φροντίζουν να παρουσιάζονται κοινωνικά ηθικοί και άμεμπτοι, γελιούνται με την ψευδαίσθηση της επιφανειακής τους παρουσίας και λησμονούν τον βαθύτερο εαυτό τους. Κρύβουν όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά και από τον ίδιο τους τον εαυτό την ασθένεια που υπάρχει μέσα τους και αισθάνονται αυτάρκεις και ισχυροί. Κατατάσσονται στους «ισχύοντες», σ’ αυτούς δηλαδή που νομίζουν ότι είναι γεροί και δεν έχουν «χρείαν ιατρού». Στην πραγματικότητα όμως αυτοί είναι άρρωστοι, που επειδή ακριβώς λησμονούν πως είναι άρρωστοι, δε σκέφτονται το γιατρό και τη θεραπεία. Αντίθετα οι «κακώς έχοντες», αυτοί δηλαδή που έχουν συναίσθηση της αρρώστιας τους, μπορούν τουλάχιστον να ζητήσουν το γιατρό και τη θεραπεία τους. Η έλλειψη της ηθικής αυτάρκειας και η απουσία της επιφανειακής κοσμιότητας και ευσέβειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις της μετάνοιας, που αποτελεί τη μόνη δυνατότητα σωτηρίας για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο δρόμος της μετάνοιας είναι πολύ κοντά σήμερα, αν συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας. Είναι ο δρόμος, στον οποίο οδηγούν τα ίδια τα δεδομένα της ζωής. Τα δεδομένα της απροκάλυπτης αμαρτίας, του ηθικού εκπεσμού και της πνευματικής ασυναρτησίας.
Η ηθική και πνευματική κρίση της εποχής μας, η εξάπλωση και ο παροξυσμός της αμαρτίας δε σημαίνει καθόλου το θρίαμβο του κακού, αλλά μάλλον την έκφραση της απελπισμένης αγωνίας του. Το κακό δεν είναι θέση, αλλά άρνηση. Δεν είναι ύπαρξη, αλλ’ ανυπαρξία. Και αυτό το δοκιμάζει ο άνθρωπος εμπειρικά από τη διάσαπαση και την αηδία, που δημιουργεί μέσα του το κακό. Και λυτρώνεται από το κακό προχωρώντας από την αίσθηση της διασπάσεως και της αηδίας στη γεύση της μετάνοιας που δεν είναι μια στιγμιαία πράξη, ούτε ακόμα μια πράξη επαναλαμβανόμενη σε τακτά ή έκτακτα χρονικά διαστήματα. Της μετάνοιας που είναι τρόπος ζωής. Γιατί η χριστιανική ζωή είναι ζωή μετάνοιας.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Αληθινή Ζωή!


Μια κουραστική κι ασταμάτητη κίνηση είναι οι επιδιώξεις μας, τα όνειρά μας.Μια πολυάριθμη σειρά αναζητήσεων για μια ζωή καλύτερη, πιο άνετη, πιο ευτυχισμένη.Ωστόσο, ζούμε στους καιρούς των μικρών προσπαθειών. Καιρούς που κυριαρχεί το πρόχειρο, το ευτελές, το χαλαρό. Θέλουμε να δίνουμε λίγα και να έχουμε πολλά. Χαμηλώσαμε τους υψηλούς στόχους. Προδώσαμε την αίσθηση του απόλυτου, του τέλειου.

Που μας πάει, λοιπόν, μια τέτοια ζωή;

Πού μας πάει και μένουμε πάντα ανικανοποίητοι, πεινασμένοι και διψασμένοι για τα αληθινά, για τα ιδανικά, για τα τέλεια;

Αγγίζοντας τις πιο βαθιές χορδές της ύπαρξής μας, ακούγεται η πατρική φωνή του μεγάλου αποστόλου, του αποστόλου Παύλου:

«Ἐπί τήν τελειότητα φερώμεθα»

(Εβρ. στ΄ 1)

Γνωρίζει άριστα ο απόστολος του Χριστού πως αυτό είναι που πραγματικά ζητάμε.

Είμαστε πλάσματα του Πανάγαθου Θεού μ’ αυτή την προδιαγραφή, της τελειότητας.

Πλαστήκαμε, εικόνες Του κι εμείς, για να Του μοιάσουμε. Τέλειος ο Πλάστης και Πατέρας μας, για την τελειότητα βαδίζουμε και μεις.

Γι’ αυτό ζούμε! Εκεί μας πάει αυτή η ζωή!

«Ὅλοι θεοειδεῖς, ὅλου Θεοῦ Θεοῦ χωρητικοί καί μόνου. Τοῦτο γάρ τελείωσις πρός ἥν σπεύδομεν», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ένας προορισμός, ένα όνειρο για όλους. Χωρίς διακρίσεις και όρια.

Άλλη ζωή αυτή. Με απαιτήσεις, ανοδική. Ζωή που δε γνωρίζει συμβιβασμούς και ημίμετρα, που όλα τα ψευτίζουν. Ζωή πραγματική και δημιουργική.

Που σου δίνει τη δύναμη να κάνεις κάθε σου έργο όλο και πιο άρτιο. Τόσο στην πνευματική ζωή, όσο και στα καθημερινά και εγκόσμια έργα, στη σπουδή, την εργασία, την οικογένεια. Ζωή που γεμίζει την ψυχή σου χαρά και ευτυχία αληθινή.

Που αν και απαιτεί αγώνα, υπομονή και κόπο, στεφανώνεται και ολοκληρώνεται με την παντοδύναμη, ενισχυτική χάρη του Θεού,

Που δεν κλείνει τα όνειρα των αναζητήσεών μας και των επιδιώξεών μας στα λιγοστά χρόνια αυτού του βίου, αλλά τα ξανοίγει στην αιωνιότητα, που είναι η πιο βαθιά και απαιτητική μας αναζήτηση.

«Ἐπί τήν τελειότητα φερώμεθα»!

Με πίστη, με θάρρος, με ελπίδα. Με τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος! Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να ζήσεις αληθινά!

Περιοδικό «Η Δράσις μας», τ. 473