Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά


Όλην την περίοδον την οποία διανύουμε τώρα και επεκτείνεται σε πενήντα ημέρες, εορτάζουμε την εκ νεκρών Ανάστασι του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, φανερώνοντας με την παράτασιν αυτή την υπεροχή της σε σχέσι με τις άλλες εορτές, αν και αριθμός αυτός των ημερών περιέχει και την επέτειο μνήμη της επανόδου στους ουρανούς· αλλά και αυτό δεικνύει την διαφορά του αναστάντος Δεσπότου από τους ανθρώπους εκείνους που έχουν κατά καιρούς αναβιώσει. Πράγματι, όλοι όσοι έχουν αναστηθή εκ των νεκρών, ανεστήθησαν από άλλους, και αφού πάλιν απέθαναν, επέστρεψαν, στην γη· ο δε Χριστός, αφού ανέστη εκ νεκρών «θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει». Διότι μόνον αυτός, αφού ανέστησε ο ίδιος την τρίτη ημέρα τον εαυτό του, δεν επέστρεψε πάλι στην γη, αλλά ανήθλε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας ομόθρονο με τον Πατέρα ως ομόθεον. Για τον λόγον αυτό είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλούσης κοινής αναστάσεως, «απαρχή των κεκοιμημένων», «πρωτότοκος εκ των νεκρών», και «του μέλλοντος αιώνος πατήρ». Και όπως όσοι είναι μαζί με τον Αδάμ αποθαίνουν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, έτσι και όσοι είναι μαζί με τον Χριστό, θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο κάθε ένας στην τάξι του· «απαρχή Χριστός, έπειτα οι του Χριστού εν τη (δευτέρα) παρουσία αυτού, είτα το τέλος, όταν καταργήση πάσαν αρχήν και εξουσίαν και δύναμιν και θη πάντας τους εχθρούς υπό τους πόδας αυτού. Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» κατά την κοινήν ανάστασι, με την έσχατη σάλπιγγα· «δει γαρ το φθαρτόν τούτου ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν».
Τόσο μεγάλην δωρεά μας έχει προξενήσει η Ανάστασις του Κυρίου και για τούτο μόνον αυτής τον εορτασμό παρατείνουμε επί τόσες ημέρες, επειδή είναι αθάνατος και ανώλεθρος και αΐδιος· αυτές προεικονίζουν την μελλοντική μακαριότητα των αγίων, από την οποίαν έχει εξαφανισθή κάθε οδύνη και λύπη και στεναγμός· εκεί επικρατεί χαρά και πανήγυρις διαρκής, ένθεος και αναλλοίωτος· εκεί πράγματι είναι των ευφραινομένων η κατοικία. Γι΄ αυτό και η χάρις του Πνεύματος ενομοθέτησε πριν από την περίοδο αυτή να διερχώμεθα την ιεράν Τεσσαρακοστή με νηστείαν, αγρυπνία και προσευχή, και άσκησι σε όλες γενικώς τις αρετές· με την τεσσαρακοντάδα των ημερών δεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ζουν οι σωζόμενοι στον αιώνα τούτο, ότι δεν είναι τίποτε άλλο από μετάνοια και βίο θεοφιλή· με την Πεντηκοστή δε αυτή, την οποία διανύουμε τώρα, δεικνύει την άνεσι και απόλαυσι που αναμένει εκείνους οι οποίοι έζησαν εδώ εναγωνίως για τον Θεό.
Για τον λόγον αυτόν εκείνη μεν είναι Τεσσαρακοστή και συνδέεται με την ανάμνησι των σωτηρίων Παθών του Κυρίου, λύεται δε η νηστεία μετά την εβδόμην εβδομάδα, αυτή δε που είναι Πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει και την μετάβασι από την γη στον ουρανό και την κατάβασι και διάδοση του Θείου Πνεύματος. Διότι αυτός ο αιώνας είναι εβδοματικός και συνίσταται από τέσσερεις εποχές και μέρη και στοιχεία, και σε εκείνους που κατά τη διάρκειά του καθιστούν τους εαυτούς των κοινωνούς των παθημάτων του Χριστού επιφέρει την εορτή της Πεντηκοστής, η οποία αρχίζει από την ογδόη και καταλήγει στην ογδόη· υπερβαίνοντας δε την εβδομάδα και την τετράδα, με την Ανάστασι του Κυρίου και την μετά από αυτήν Ανάληψι παριστάνει την μέλλουσαν ανάστασι του ανθρωπίνου γένους και την εξύψωσι των αγίων μέσα σε νεφέλες προς την θείαν υποδοχή και στην συνέχεια προς την συνύπαρξι με τον Θεό σε μία αιωνία κατάπαυσι.
Αυτή λοιπόν θα έλθη στον καιρό της. Ο δε Κύριος όταν πριν από το Πάθος και την Ανάστασι εκήρυττε το Ευαγγέλιον της Βασιλείας, δεικνύοντας στους μαθητάς ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως και της αϊδίου κληρονομίας, την οποίαν αυτός έχει ετοιμάσει, δεν θα γίνη μόνον από τους Ιουδαίους, αλλά και από τους εθνικούς, σύμφωνα με την αναγινωσκομένη σήμερα στους ναούς περικοπή του Ευαγγελίου: «έρχεται εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Σιχάρ, πλησίον του χωριού ου έδωκεν Ιακώβ (στον) Ιωσήφ τω υιώ αυτού. Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ». Πηγήν ονομάζει το φρέαρ, επειδή το νερό του ήταν πηγαίο, όπως θα γίνη φανερό στην συνέχεια του λόγου· ήταν δε του Ιακώβ, επειδή ακριβώς εκείνος το είχε ανοίξει· η δε περιοχή την οποίαν έδωσεν ο Ιακώβ στον Ιωσήφ είναι τα Σίκημα, δηλαδή αυτή η Σιχέμ. Διότι όταν ψυχορραγούσε στην Αίγυπτο, αφήνοντας διαθήκη προς αυτόν του είπε: «ιδού εγώ αποθνήσκω, υμάς δε αποστρέψει (θα σας επαναφέρη) ο Θεός εκ της γης ταύτης εις την γην των πατέρων ημών. Εγώ δε δίδωμί σοι Σίκημα εξαίρετον παρά τους αδελφούς σου (κατ΄ εξαίρεσι), ην έλαβον εκ χειρός Αμορραίων εν τη μαχαίρα μου και τω τόξω μου». Γι΄ αυτό τα μεν Σίκημα κατοικούντο ύστερα από την φυλή του Εφραίμ, ο οποίος ήταν πρωτότοκος υιός του Ιωσήφ, τον δε τόπο γύρω από αυτά τον κατοικούσαν οι δέκα φυλές του Ισραήλ, τις οποίες εκυβέρνησε ο αποστάτης Ιεροβοάμ.
Επειδή δε αυτοί πολλές φορές προσέκρουσαν στον Θεό, πολλές φορές εγκατελείφθησαν και στο τέλος όλοι αιχμαλωτίσθησαν· ο ηγέτης λοιπόν των Ασσυρίων αντί αυτών εγκατέστησε στον τόπο έθνη που συγκέντρωσε από διάφορα μέρη και τους ωνόμασε Σαμαρείτες από το όρος Σομόρ. Όπως δε τότε ο Ιακώβ περνώντας από εκεί, σύμφωνα με την ιστορίαν, υπέταξε τα Σίκημα, έτσι και τώρα περνώντας ο Χριστός υπέταξε την Σαμάρεια. Αλλά εκείνος μεν, όπως λέγει ο ίδιος, με το σπαθί και το τόξο του, δηλαδή εξολοθρεύοντας και καταστρέφοντας τους κατοίκους της, ο δε Χριστός με την λόγο και την διδασκαλία του, γι΄ αυτό και σώζοντάς τους.
«Ο γαρ Ιησούς κεκοπιακώς», λέγει, «εκ της οδοιπορίας, εκάθητο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη». Και η ώρα και ο κόπος και ο τόπος επέβαλλαν να καθίση καθένας που έχει σώμα σαν το ιδικό μας. Επιβεβαιώνοντας λοιπόν αυτό και προβλέποντας το μελλοντικό κέρδος, «εκάθητο», λέγει, «ούτως επί τη πηγή»· με το «ούτως» εννοεί αφελώς κάτω, μόνος του, όπως ένας οδοιπόρος από τους πολλούς· διότι οι μαθηταί του επήγαν στην πόλι για να αγοράσουν τρόφιμα. Καθώς, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο εκαθόταν μόνος του στο πηγάδι, έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρη νερό· ο δε Κύριος διψώντας ως άνθρωπος και βλέποντας να έρχεται κάποιος που ποθεί να ξεδιψάση ανθρωπίνως, βλέποντας δε ως Θεός και την καρδία της να διψά για σωτήριον ύδωρ, να μην γνωρίζη όμως ποίος έχει την δυνατότητα να της το προσφέρη, επείγεται μεν να αποκαλύψη τον εαυτό του στην ποθούσα ψυχή, επειδή και αυτός ποθεί τους ποθούντας, όπως έχει γραφή, αρχίζει δε να της ομιλή από το σημείο αυτό που ημπορεί να γίνει δεκτός· και της λέγει: «δος μοι ύδωρ πιείν». Αυτή δε, επειδή ήταν ευφυής, κατάλαβε και μόνον από την στολήν, από το ύφος και όλη την κοσμιότητα των τρόπων του ότι ήταν Ιουδαίος και τηρητής του νόμου· θαυμάζω, λέγει, πώς ζητείς νερόν από Σαμαρείτιδα, ενώ οι Ιουδαίοι δεν επικοινωνούν με τους Σαμαρείτες ως εθνικούς. Ο δε Κύριος παίρνοντας αφορμή αρχίζει να αποκαλύπτη τον εαυτό του, λέγοντας· «ει ήδεις (εγνώριζες) την δωρεάν του Θεού, και τις εστίν ο λέγων σοι, δος μοι ύδωρ πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι (θα του ζητούσες και θα σου έδιδε) ύδωρ ζων».
Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου αποδεικνύουν ότι, εάν εγνώριζε, αμέσως θα ζητούσε και θα γινόταν μέτοχος της δωρεάς του όντως ζώντος ύδατος, όπως έκαμε και απήλαυσε αργότερα, όταν έμαθε· Ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων, που ηρώτησε και ήκουσε με σαφήνεια, τελικώς εσταύρωσε τον Κύριον της δόξης. Αλλά ποία είναι η δωρεά του Θεού; Διότι λέγει: «ει ήδεις την δωρεάν του Θεού». Για να αφήσωμε τα άλλα, και μόνον αυτό, το ότι ο ενανθρωπήσας Θεός δεν βδελύσσεται εκείνους, που από τους Ιουδαίους θεωρούνται βδελυκτοί και ακοινώνητοι ακόμη και για ένα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά και σπουδαίο χάρισμα είναι; Το να τους θεωρή δε και τόσον αγαπητούς, ώστε όχι μόνο να δέχεται ότι του προσφέρουν, αλλά και να τους μεταδίδη τα θεία του χαρίσματα, ποίος νους θα το κατανοήση; ποίος λόγος θα εκφράση την υπερβολή της δωρεάς; Τι λέγω τα χαρίσματα; Αυτόν τον ίδιο τον εαυτόν του παρέχει και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της θεότητός του· διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκτήσουν μέσα τους πηγή που να αναβλύζη προς αιώνιο ζωή.
Η δε Σαμαρείτις, επειδή δεν κατάλαβε ακόμη το μεγαλείο του ζώντος ύδατος, πρώτα μεν απορεί, από πού θα εύρη ο συνομιλητής το ύδωρ το οποίον υπόσχεται, αφού δεν έχει δοχείο και το φρέαρ είναι βαθύ. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνη με τον Ιακώβ, τον οποίο αποκαλεί και πατέρα, εξυψώνοντας το γένος από τον τόπο, και επαινεί το νερό του φρέατος λέγοντας ότι δεν υπάρχει καλύτερο. Όταν δε ήκουσε τον Κύριο να λέγη ότι το νερό που θα δώσω εγώ θα γίνη γι΄ αυτόν που θα το δεχθή πηγή η οποία θα αναβλύζη προς ζωήν αιώνιο, άφησε λόγο ψυχής γεμάτης πόθο που είναι έτοιμη νά οδηγηθή προς την πίστι, αλλά δεν της εδόθη ακόμα η δυνατότης να κοιτάξη καθαρά προς το φως· διότι λέγει: «δος μοι, Κύριε, το ύδωρ τούτο, ίνα μη διψώ, μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν». Ο Κύριος όμως, επειδή ήθελε να αποκαλύψη σιγά σιγά τον εαυτό του, την προστάζει να φωνάξη και τον άνδρα της. Όταν δε εκείνη, κρύπτοντας την βιοτή της έσπευσε να λάβη δώρον, και είπε ότι δεν έχει άνδρα, ακούει πόσους άνδρες είχε από παιδί και ελέγχεται από τον Κύριον ακούοντας ότι τώρα δεν έχει ιδικόν της άνδρα· και για μεν τον έλεγχο δεν δυσαρεστείται, επειδή όμως διεπίστωσε ότι είναι Προφήτης, αμέσως επιλαμβάνεται υψηλοτέρων ζητημάτων.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια της γυναικός; Διότι λέγει· «οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν». Βλέπετε με τι απασχολούσε την διάνοιά της και πόση γνώσι της Γραφής είχε; Τώρα πόσοι από αυτούς που έχουν γεννηθή στην πίστι και συχνάζουν στην Εκκλησίαν αγνοούν αυτό το οποίο εγνώριζε καλά η Σαμαρείτις, ότι οι πατέρες μας, δηλαδή ο Ιακώβ και οι Πατριάρχες που προήλθαν από αυτόν, σ΄ αυτό το όρος προσεκύνησαν τον Θεόν; Αυτήν την γνώσι και την προσεκτικήν έρευνα της Αγίας Γραφής δεχόμενος ο Χριστός σαν οσμή ευωδίας, παρέτεινε ευχαρίστως την συζήτησι με την Σαμαρείτιδα. Διότι όπως, όταν τοποθετήσης κάτι εύοσμον επάνω στους πυρωμένους άνθρακες, προσελκύεις και συγκρατείς τους διερχομένους, εάν όμως τοποθετήσης κάτι βαρύ στην όσφρησι και δύσοσμο, τους απωθείς και τους απομακρύνεις, έτσι και στην διάνοια· εάν μεν έχης μέσα σου ιεράν μελέτη και ενδιαφέρον, καθιστάς τον εαυτόν σου άξιον θείας επισκέψεως, διότι αυτά τα οσφραίνεται ο Κύριος σαν οσμήν ευωδίας. Εάν όμως τρέφης μέσα σου πονηρούς και ρυπαρούς και γηΐνους λογισμούς, απομακρύνεσαι από την θείαν επιστασία, αφού κατέστησες τον εαυτόν σου άξιο της αποστροφής, αλλοίμονο, του Θεού. «Ου γαρ παραμενούσιν άνομοι κατέναντι των οφθαλμών σου», λέγει προς τον Θεόν ο ψαλμωδός Προφήτης. Διότι εφ΄ όσον ο νόμος διατάσσει «μνησθήση δια παντός Κυρίου του Θεού σου, καθήμενος και πορευόμενος, κοιταζόμενος (εξαπλωμένος) και διανιστάμενος» και το Ευγγέλιο λέγει: «ερευνάτε τας Γραφάς» και μέσα σ΄ αυτές θα ευρήτε ζωήν αιώνιον, και ο Απόστολος παραγγέλλει να προσευχώμεθα αδιαλείπως, εκείνος που απασχολείται πολύ με γηΐνους λογισμούς είναι οπωσδήποτε παράνομος· πόσο δε περισσότερο αυτός που απασχολείται με πονηρούς και ακαθάρτους.
Πότε όμως προσεκύνησαν οι πατέρες μας στο όρος αυτό; Όταν ο Πατριάρχης Ιακώβ, αποφεύγοντας τον αδελφό του Ησαύ, που τον εφθονούσε, και υπακούοντας στις συμβουλές του πατέρα του Ισαάκ, επήγε στην Μεσοποταμία και επανήλθε από εκεί με τις γυναίκες και τα τέκνα του. Πράγματι κατά την επάνοδο, όταν έστησε σκηνές στο σημείο περίπου στο οποίο τώρα ο Κύριος ωμιλούσε με την Σαμαρείτιδα, μετά από το γεγονός που συνέβη με την Δείνα και μετά από την άλωσι των Σικήμων, είπεν ο Θεός στον Ιακώβ, όπως έχει γραφεί στην Γένεσι: «αναστάς ανάβηθι εις Βαιθήλ και ποίησον εκεί θυσιαστήριον τω Θεώ τω οφθέντι σοι εν τω αποδιδράσκειν σε από προσώπου Ησαύ του αδελφού σου».
Μετά από αυτά τα λόγια εσηκώθη ο Ιακώβ και ανέβη στο παρακείμενον όρος και οικοδόμησε, λέγει, εκεί θυσιαστήριο και ωνόμασε τον τόπο εκείνο Βαιθήλ· διότι εκεί του ενεφανίσθη ο Θεός. Γι΄ αυτό η Σαμαρείτις λέγει ότι οι πατέρες μας προσεκύνησαν σ΄ αυτό το όρος, επειδή εκρατούσε την παράδοσι εκείνων των παλαιών· διότι όσα αφορούν τον Ναό των Ιεροσολύμων ενομοθετήθησαν αργότερα. Και επειδή ακριβώς εκείνος ο τόπος ωνομάσθη από τον Ιακώβ οίκος Θεού, διότι έτσι ερμηνεύεται η λέξις Βαιθήλ, απορεί ποθώντας να μάθη πώς δεν λέγεται ότι ο οίκος του Θεού είναι εκεί αλλά στα Ιεροσόλυμα, όπου θεωρείτε ότι πρέπει να θυσιάζετε και να προσκυνήτε τον Θεό. Ο δε Κύριος, συμπληρώνοντας ήδη τον σκοπό των λόγων του και προφητεύοντας περί της γυναικός, ότι θα γίνη όπως ο Θεός ζητεί και αποδέχεται, και συγχρόνως αποκρινόμενος στους λόγους της, λέγει: «πίστευσόν μοι γύναι, ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω, ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω Πατρί», και μετά από λίγο, «τοιούτους γαρ ζητεί ο Θεός τους προσκυνούντας αυτόν». Βλέπετε ότι και γι΄ αυτήν βεβαιώνει ότι θα γίνη όπως την θέλει ο Θεός και ότι θα προσκυνήση τον Ύψιστον Πατέρα όχι τοπικώς, αλλά ευαγγελικώς - διότι σ΄ αυτήν απευθύνεται ο λόγος, ότι ούτε στο όρος τούτο, ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα - αλλά συγχρόνως προαναγγέλλει σ΄ αυτήν φανερά και την μετάθεσι του νόμου: Διότι αφού θα μετατεθή η προσκύνησις, κατ΄ ανάγκην θα γίνη και μετάθεσις του νόμου.
Αλλά και το αμέσως επόμενον, «υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε (αυτό που δεν γνωρίζετε), ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν, ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστί», είναι απόκρισις προς τον λόγον εκείνης, συγχρόνως δε έρχεται και σαν συνέχεια των ιδικών του λόγων. Επειδή λέγει ότι κατά τούτο εμείς οι Ιουδαίοι - συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του μαζί με εκείνους, επειδή σωματικώς από αυτούς προέρχεται - εμείς, λοιπόν, λέγει, οι οποίοι δεν διαψεύδουμε το όνομα, αλλά γνωρίζουμε καλά τα ιδικά μας, κατά τούτο διαφέρουμε από σας τους Σαμαρείτες: στο ότι γνωρίζουμε πως έχει καθορισθή να τελήται η προσκύνησις στην Ιουδαία για τον λόγον ότι η σωτηρία όλου του κόσμου, δηλαδή ο Χριστός, θα προέλθη από του Ιουδαίους. Και επειδή δεν πρόκειται να έλθη στο μέλλον, αφού ήταν αυτός ο ίδιος, δεν είπε ότι η σωτηρία θα είναι από τους Ιουδαίους, αλλά ότι είναι. «Αλλ΄ έρχεται ώρα», λέγει, «και νυν εστί». Και αυτά προφητικά είναι· διότι το μεν «έρχεται» το λέγει, διότι ακόμη δεν ωλοκληρώθηκε, αλλά θα ολοκληρωθή, το δε «τώρα είναι» το είπε, επειδή την έβλεπε έτοιμη να πιστεύση και να προσκυνήση πνευματικώς και αληθώς. «Έρχεται ουν» λέγει «ώρα και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία» διότι ο Ύψιστος και προσκυνητός Πατήρ, είναι Πατήρ της αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού, και έχει πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το Άγιον, και αυτοί που έτσι τον προσκυνούν, το πράττουν διότι έτσι πιστεύουν και μετέχουν των κοινών ενεργειών τους. Διότι το Πνεύμα, λέγει ο Απόστολος, είναι αυτό δια του οποίου προσκυνούμε και δια του οποίου προσευχόμεθα, και ο μονογενής Υιός του Θεού λέγει: «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι΄ εμού».
Εκείνοι, λοιπόν, οι οποίοι προσκυνούν έτσι «εν πνεύματι και αληθεία» τον ύψιστον Πατέρα, αυτοί είναι οι αληθινοί προσκυνηταί. Επειδή δε απέκλεισε και τα Ιεροσόλυμα και την Σαμάρεια, για να μην νομίση κάποιος ότι πρόκειται αντί αυτών να εισαχθή άλλος τόπος, απομακρύνει πάλι τον ακροατήν από κάθε σωματικήν έννοια και τόπο και προσκύνησι ως εξής: «Πνεύμα», λέγει, «ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν», δηλαδή, νοώντας τον ασώματο εντελώς έξω από τα σωματικά· διότι με αυτόν τον τρόπο και θα τον ιδούν αληθώς παντού μέσα στο Πνεύμα και στην Αλήθειά του. Διότι ο Θεός είναι ασώματος, αφού είναι Πνεύμα, το δε ασώματον δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται από τοπικά όρια. Όποιος λοιπόν λέγει ότι ο Θεός πρέπει να προσκυνήται μόνο στην περιοχή των Ιεροσολύμων, ή του όρους της Σαμαρείας, ή σε κάποιον άλλο τόπο του ουρανού και της γης, δεν ομιλεί αληθώς ούτε αληθώς προσκυνεί.
Αλλά ως ασώματος ο Θεός δεν είναι σε κανένα τόπο, ως δε Θεός είναι παντού· διότι, εάν υπάρχη όρος ή τόπος ή κτίσις όπου δεν είναι ο Θεός, πάλι θα ευρεθή να περιέχεται σε κάτι άλλο, στο οποίο υπάρχει ο Θεός· παντού λοιπόν είναι ο Θεός και μέσα σε όλα. Πως, λοιπόν, είναι παντού και σε όλα; ως περιεχόμενος όχι από μέρος αλλά από το σύμπαν; όχι βέβαια· διότι πάλι θα ήταν σώμα. Επομένως, επειδή συνέχει και περιέχει το παν, αυτός είναι μέσα στον εαυτό του, παντού και επάνω από το παν, προσκυνούμενος από τους αληθινούς προσκυνητάς ως προς το Πνεύμα και την Αλήθειά του.
Παντού, λοιπόν, θα προσκυνηθή ο Θεός από αυτούς που πιστεύουν έτσι, αληθώς και θεοπρεπώς, όχι μόνον στην γη, αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και τον τόπον απεριόριστος, μέσα και μαζί με το Άγιο και αΐδιον Πνεύμα και τον συνάναρχον Υιόν και Λόγον, ο οποίος είναι η ενυπόστατος αλήθεια του Πατρός. Αλλά και η ψυχή και ο άγγελος, ενώ είναι ασώματοι, δεν ευρίσκονται σε ωρισμένον τόπον, αλλά δεν είναι και παντού· διότι δεν συνέχουν τον παν, αλλά και αυτά έχουν ανάγκη από εκείνο που τα συνέχει, επομένως και αυτά ευρίσκονται μέσα σ΄ αυτόν που συνέχει και περιέχει το παν, περιοριζόμενα καταλλήλως από αυτόν. Η ψυχή όμως, η οποία συνέχει το σώμα μαζί με το οποίο και εκτίσθη, ευρίσκεται σε όλο το σώμα, όχι σαν σε τόπο, ούτε σαν περιεχομένη σε αυτό, αλλά συνέχει και περιέχει το σώμα· έχει και αυτήν την ιδιότητα ως εικόνα του Θεού που είναι.
Η δε Σαμαρείτις καθώς ήκουσε από τον Χριστό τους εξαισίους αυτούς και θεοπρεπείς λόγους, ότι δηλαδή ο Θεός από κανέναν δεν προσκυνείται αληθινά παρά μόνον από αυτόν που ζει μέσα στο Πνεύμα και στην Αλήθειά του, τότε και αυτή, όπως η νυμφευομένη τον Θεό ψυχή, για την οποία ομιλεί το Άσμα των Ασμάτων, αναπτερωμένη από την φωνή του Νυμφίου της αφθαρσίας, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο, τον οποίο και έχει ενώπιόν της χωρίς ακόμη να το γνωρίζη, και λέγει: «οίδα (γνωρίζω) ότι Μεσσίας έρχεται, ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα». Βλέπετε πως ήταν ετοιμοτάτη για την πίστι, είχε δηλαδή την αίσθησι ότι ήδη εγγίζει ο προσδοκώμενος, και γι΄ αυτό ήταν γεμάτη ελπίδα; Άρα και σ΄ αυτήν δεν αρμόζει το του Δαυΐδ: «ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου, άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου»;
Και από πού θα εγνώριζε τούτο με τόσην βεβαιότητα και ασφάλεια και θα είχε τον εσωτερικόν πόθο προς αυτό, εάν δεν είχε μελετήσει με ακροτάτην σύνεσι τα προφητικά βιβλία; Γι΄ αυτό είχε και τον νου τόσο μετάρσιο, γεμάτον από θεία νοήματα. Καθώς τώρα βλέπω με θαυμασμό τον πνεύματικό και σφοδρόν πόθον αυτής της Σαμαρείτιδος προς τον Χριστό, μου έρχονται πάλι να ειπώ γι΄ αυτήν τα λόγια του Άσματος εκείνου: «τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος;»· επειδή προαναγγέλλει πως μετά από λίγο θα επιφανή ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός, και υποδηλώνει ότι με αυτήν αρχίζει η Εκκλησία των εθνών αναρχόμενη από την πηγή στην οποία εστέκετο σαν από ιερά κολυμβήθρα, καθώς κατηχείτο από τον Σωτήρα, την βλέπω να προβάλλη σαν πολυέραστος όρθρος. Είναι δε ωραία όπως η σελήνη, επειδή φέγγει, ενώ επικρατεί ακόμη η νύκτα της ασεβείας· εκλεκτή δε όπως ο ήλιος, γι΄ αυτό και ωνομάσθη από τον Σωτήρα Φωτεινή και κατεγράφη και αυτή στον κατάλογο εκείνων που μέλλουν να λάμψουν όπως ο ήλιος, κατά το Ευαγγέλιο· διότι επεσφράγισε τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της με μακαριώτατο και μαρτυρικόν τέλος, τώρα δε εγνώρισε ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και τέλεια τον εθεολόγησε· και εκείνο που είπε ο ίδιος ύστερα στους μαθητάς περί του συμφυούς και ομοτίμου Πνεύματος, πως όταν έλθη εκείνος θα διδάξη όλη την αλήθεια, το ίδιο και αυτή προλαβαίνοντας λέγει περί αυτού: «όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα».
Αλλά μόλις την είδε έτσι ο νοητός Νυμφίος Χριστός, λέγει προς αυτήν απροκαλύπτως: «εγώ ειμί, ο λαλών σοι». Εκείνη δε ως εκλεκτή, γίνεται αμέσως πραγματική Ευαγγελίστρια και αφήνοντας την υδρία τρέχει προς την πόλι και τους μεταστρέφει όλους με τα λόγια, οδηγώντας τους προς την πίστι του φανέντος, λέγοντας: «δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτός εστίν ο Χριστός;» Ομιλεί έτσι όχι επειδή έχει κάποιαν αμφιβολία, αλλά επειδή πιστεύει ότι και οι άλλοι θα πληροφορηθούν καλύτερα από την θέα και θα πεισθούν ευχερέστερα δια της συνομιλίας με τον Κύριον, όπως και πράγματι συνέβη.
Εγώ δε και για τα προηγούμενα ωμίλησα συνοπτικώτερα και τώρα θα παραλείψω την συνέχεια των ευαγγελικών λόγων, διότι βλέπω ότι ο χρόνος σας πιέζει για τις βιοτικές ανάγκες και τις σωματικές εργασίες. Εσείς όμως προσέξετε την Σαμαρείτιδα αυτήν· μόλις ήκουσε τους ευαγγελικούς λόγους τους οποίους κι εμείς αναγγέλλουμε προς την αγάπη σας, ευθύς κατεφρόνησε και τις απαραίτητες ανάγκες του σώματος. Άφησε στην στιγμή και την υδρία και την οικία, έτρεξε στην πόλι και παίρνοντας τους Σαμαρείτες επανήλθε μαζί τους στον Χριστό. Διότι το «δεύτε, ίδετε» αυτό ακριβώς σημαίνει, ακολουθήσετέ με όπου θα σας οδηγήσω και τώρα θα σας δείξω τον Σωτήρα που ήλθε από τους ουρανούς στον κόσμο. Τότε λοιπόν προτρέποντάς τους με αυτόν τον τρόπο, τους παρουσίασε στον Χριστό, εμάς δε με την εγκατάλειψι και της οικίας και της υδρίας μας διδάσκει να θεωρούμε προτιμωτέρα και από τις απαραίτητες ανάγκες την ωφέλειαν από την διδασκαλία, την οποία και ο Κύριος απεκάλεσε αγαθήν μερίδα προς την Μάρθα του Ευαγγελίου, υπερασπιζόμενος την Μαρία, η οποία παρακολουθούσε τον λόγο. Και εάν πρέπει να περιφρονούμε τα αναγκαία, πόσο μάλλον τα άλλα; Διότι τι σε κατεπείγει και σε απομακρύνει από τα ωφέλιμα στην ψυχήν ακροάματα; Μήπως επιμέλεια οίκου και παιδιών και γυναικός; οικείον ή συγγενικό πένθος ή χαρά; μήπως αγοραπωλησία κτημάτων, χρήσις όλων των υπαρχόντων σου ή μάλλον κατάχρησις; Αλλά άκουσε συνετώς τα αποστολικά διδάγματα· «ο καιρός αδελφοί, το λοιπόν συνεσταλμένος εστί, ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι· παράγει (περνά, φεύγει) γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου». Τι σημαίνει «ο καιρός συνεσταλμένος εστί»; Σύντομος ο βίος, φθαρτός αυτός ο κόσμος, εκείνος που μένει παντοτινά είναι άλλος· μας παραπέμπει δε προς εκείνον ασφαλώς η καταφρόνησις του παρόντος κόσμου, η ετοιμασία για εκείνον τον μέλλοντα, το να ζούμε όσον είναι δυνατόν από εδώ ανάλογα με εκείνο το πολίτευμα και να αποφεύγωμε με όλη μας την δύναμι τα επιβλαβή του παρόντος βίου. Όπως δε, όταν γίνεται πυκνά επιδρομή εχθρών στα περίχωρα της πόλεως, έχουμε τους αγρούς σαν να μη τους έχωμε, και τον περισσότερο χρόνο αφήνοντας εκείνους παραμένουμε στους οίκους με ασφάλεια, και εάν αναχωρήσουν για λίγο οι εχθροί, χρησιμοποιούμε σαν σε περίπατο τους αγρούς αυτούς, όμως χωρίς κατάχρησι, επειδή βλέπουμε τον καιρό της χρήσεως σύντομο, έτσι και ο Απόστολος καλώς παραινεί να χρησιμοποιούμε τον κόσμον αυτό, όχι όμως να κάνωμε κατάχρησι. Διότι βλέπει αφ΄ ενός τους αοράτους εχθρούς να επεμβαίνουν δεινώς, αφ΄ ετέρου την προσδοκία της φθοράς· «διότι», λέγει, «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου». Επειδή ακριβώς τα παρόντα δεν υπάρχουν ουσιωδώς, αλλά, όπως το είπε, μόνο σχήμα έχουν, και γίνονται μεν, όμως δεν είναι, φαίνονται για λίγο και παρέρχονται· και αν θελήση κάποιος να τα κατέχη, δεν θα ημπορέση ποτέ, όπως η θερινή άγονος νεφέλη, η οποία διώκεται από τον άνεμο και παρέρχεται σαν σκιά. Η παραίνεσις αυτή γίνεται μόνον, για να γίνη φανερά η πρόθεσις του καθενός και για να δώση σημάδι της επιγνώσεως των διδαγμάτων του Θεού. Και εάν θελήση κάποιος να κατέχη τα παρόντα, αυτό δεν είναι δυνατόν για δύο λόγους: διότι όχι μόνον ο κόσμος αυτός παρέρχεται, αλλά και καθένας από εμάς που χρησιμοποιεί τον κόσμον αυτόν, μερικές φορές παρέρχεται και πριν από τα ίδια τα υπάρχοντά του. Κάθε άνθρωπος παρέρχεται σαν να βαδίζη σε κάποια οδό που και αυτή κινείται πολυειδώς και παρέρχεται από αυτόν και συμβαίνει ένα από τα δύο: ή τον προφθάνει η οδός και δεν ημπορεί πλέον να κατέχη εκείνα που κατείχε, ή αυτός προφθάνει και δεν ημπορεί πλέον να κατέχη τα βιοτικά· διότι, αφού ο άνθρωπος είναι θνητός, είναι συνδεδεμένος με τα βιοτικά, τα οποία είναι και αυτά τρεπτά. Ή λοιπόν τρέπεται πολυτρόπως ως συνδεδεμένος με τα τρεπτά και χάνει όσα κατείχε, πλούτον ίσως, δόξα ή ευθυμία, ή αποθνήσκοντας προφθάνει να επιφέρη στον ευατό του κεφαλαιωδέστερη τροπή και αναχωρεί γυμνός, εγκαταλείποντας σε άλλους τα παρόντα και τις ελπίδες που είχε γι΄ αυτά. Ίσως στα τέκνα του; αλλά ποία ευχαρίστησις θα προκύψη από αυτό; Αυτός μεν δεν έχει πλέον καμμίαν αίσθησι των εδώ πραγμάτων, τα δε τέκνα του θα πέσουν κι αυτά με τον ίδιο ή με άλλον τρόπο.
Το τέλος λοιπόν των προσκολλημένων στον κόσμον αυτόν είναι πάντοτε η συμφορά, αφού στο τέλος εκφέρονται γυμνοί και αφήνουν εδώ όλες τις γήϊνες παρηγοριές. Σε όσους όμως περιφρονούν τα πράγματα του κόσμου τούτου και ζητούν να μάθουν περί του μέλλοντος κόσμου και σπεύδουν να πράξουν αυτά που θα συντελέσουν για εκείνον, ο θάνατος όταν έρχεται, δεν προξενεί ζημία, αλλά μάλλον τους μεταφέρει από τούτα τα μάταια και ρευστά προς ανέσπερον ημέρα, προς αθάνατον ζωήν, προς πλούτον αδαπάνητον, προς άφθαρτον τρυφή, προς αΐδιον δόξα, προς τα αγαθά που υπάρχουν πραγματικώς και διαμένουν αναλλοίωτα. Αυτά είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και την φιλανθρωπία αυτού που έκλινε τους ουρανούς και κατέβη υπέρ ημών, όχι μόνον έως εμάς, αλλά μέχρι και τις έγκλειστες στα καταχθόνια ψυχές· ο οποίος από εκεί ανήλθε πάλι δι΄ Αναστάσεως και αναβιώσεως και προσέφερε σ΄ εμάς δια του εαυτού του τον φωτισμό και την γνώσι και την ελπίδα των ουρανίων και αϊδίων, για τα οποία και στα οποία είναι δεδοξασμένος στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Οδόφραγμα Λήδρας

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΣΟΝΤΩΝ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ 1974
Βουτσινά 80 - ΤΚ: 15561, Χολαργός - ΑΘΗΝΑ
Τηλ:2106521639 -e-mail:humanrights1974@hotmail.com
Ιστοσελίδα
:www.agnooumenoi74.gr

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα,15 Μαϊου 2009

Θέμα: “Οδόφραγμα Λήδρας”
Με ικανοποίηση, παραδίδουμε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα την ψηφιακή αναπαράσταση της οδού Λήδρας,του Ιστορικού αυτού δρόμου-συμβόλου της Πράσινης Γραμμής στην Κύπρο,το οδόφραγμα της οποίας αποτελεί τη μικρογραφία της σύγχρονης ιστορίας της Νήσου και ιδιαίτερα της Κυπριακής Τραγωδίας του 1974.
Μπορείτε να την επισκεφτείτε στην ιστοσελίδα μας
www.agnooumenoi74.gr στο μενού “Οδόφραγμα Λήδρας”.
Σε αυτή την οδό υπάρχει και ένας ειδικός χώρος αφιερωμένος στους Aγνοουμένους της Κυπριακής Τραγωδίας.Όποιος τον επισκεφτεί μπορεί να ενημερωθεί για το μεγάλο ανθρωπιστικό πρόβλημα μέσα από μια σειρά συγκινητικών φωτογραφιων,αφιερωμάτων και ενημερωτικού υλικού.
Στέκεται εκεί αγέρωχος, για να θυμίζει ότι,μπορεί ο δρόμος της Λήδρας να άνοιξε τόσα χρόνια,ο δρόμος,όμως που θα φέρει τους αγαπημένους μας πάλι κοντά μας είναι ακόμη κλειστός.
Και χρειάζεται ακόμα πολύς αγώνας για να λάμψει η Αλήθεια.

Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων,
Η Πρόεδρος
Μαίρη Κουρούπη
Σύζυγος αγνοούμενου
Σχη(ΠΖ) Παύλου Κουρούπη

Ο Ειδικός Γραμματέας
Δημήτριος Αλεξόπουλος

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Περί των τριών τρόπων της προσευχής


Περί των τριών τρόπων της προσευχής

Αγίου Συμεών νέου Θεολόγου

Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.

Περί της πρώτης προσευχήςΤης πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία. Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.

Περί της δεύτερης προσευχήςΗ δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης. Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς. Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.

Περί της τρίτης προσευχήςΙδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.
Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.
Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: “Είναι ωραία να είμαστε εδώ”. Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: “Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.”. Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: “Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου”· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: “Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί”. Λέει ακόμη: “Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί”, και: “Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!”, και πάλι: “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”, εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: “Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.”. Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: “Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα”. Και οι θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο “Παράδεισος Πατέρων” (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις. Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να ειδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: “Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα”.

Η ΘΕΩΣΗ


H θέωση δυνατή δια των ακτίστων ενεργειών του Θεού

Του Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη,
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσ. Γρηγορίου

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού μπορεί ο άνθρωπος να πετύχει την θέωση, επειδή η Χάρις του Θεού, σύμφωνα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, είναι άκτιστος. Ο Θεός δεν είναι μόνο ουσία, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, αλλά είναι και ενέργεια. Εάν ο Θεός ήταν μόνο ουσία, δεν θα μπορούσαμε να ενωθούμε, να κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι η ουσία του Θεού είναι φοβερή και απρόσιτη στον άνθρωπο, κατά το “ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται” (Εξ. λγ', 20).Ας αναφέρουμε ένα κάπως σχετικό παράδειγμα από τα ανθρώπινα. Αν πιάσουμε ένα ηλεκτρικό καλώδιο γυμνό, θα πεθάνουμε. Όταν όμως ενώσουμε μία λάμπα στο καλώδιο, φωτιζόμαστε. Την ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος την βλέπουμε, την χαιρόμαστε, μας βοηθεί. Την ουσία του δεν μπορούμε να την πιάσουμε. Κάτι παρόμοιο, ας μας επιτραπή να πούμε, συμβαίνει και με την άκτιστο ενέργεια του Θεού.Εάν θα μπορούσαμε να ενωθούμε με την ουσία του Θεού, θα εγινόμαστε και εμείς κατ' ουσίαν θεοί. Δηλ. όλα θα εγίνοντο θεοί, θα υπήρχε μία σύγχυσις, και τίποτε δεν θα ήταν ουσιαστικά θεός. Ό,τι πιστεύουν με λίγα λόγια στις ανατολικές θρησκείες, π.χ. στον Ινδουϊσμό, όπου ο θεός δεν είναι προσωπική ύπαρξις, αλλά συγκεχυμένη δύναμις σκορπισμένη σ' όλον τον κόσμο, και στους ανθρώπους και στα ζώα και στα πράγματα (Πανθεϊσμός).Εάν πάλι ο Θεός είχε μόνο την αμέθεκτη θεία ουσία χωρίς τις ενέργειές Του, θα παρέμενε ένας θεός αυτάρκης, κλεισμένος στον εαυτό του, ακοινώνητος στα πλάσματα του.[...]Με τις άκτιστες αυτές ενέργειές Του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και συνεχίζει να τον συντηρή. Δίδει ουσία και υπόστασι στον κόσμο μας με τις ουσιοποιητικές ενέργειές Του. Είναι παρών στην φύσι και συντηρεί το σύμπαν με τις συντηρητικές ενέργειές Του. Φωτίζει τον άνθρωπο με τις φωτιστικές Του ενέργειες. Τον αγιάζει με τις αγιαστικές ενέργειες. Τον θεώνει, τέλος, με τις θεωτικές ενέργειές Του. Άρα με τις άκτιστες ενέργειές Του ο άγιος Θεός μπαίνει στην φύσι, στον κόσμο, στην ιστορία, στην ζωή των ανθρώπων.Οι ενέργειες του Θεού είναι θείες ενέργειες. Είναι κι αυτές Θεός χωρίς να είναι η ουσία Του. Είναι Θεός και γι' αυτό θεώνουν τον άνθρωπο. Εάν οι ενέργειες του Θεού δεν ήσαν θείες, άκτιστες ενέργειες, τότε δεν θα ήσαν Θεός, δεν θα μπορούσαν να μας θεώσουν, να μας ενώσουν με τον Θεό. Θα υπήρχε μία αγεφύρωτη απόστασις μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Με το να έχη όμως ο Θεός θείες ενέργειες και με τις ενέργειες αυτές να ενώνεται μαζί μας, μπορούμε να κοινωνούμε μαζί Του και να ενωνώμαστε με την Χάρι Του, χωρίς να ταυτιζώμαστε με τον Θεό, όπως θα εγίνετο αν ενωνώμαστε με την ουσία Του.Ενωνόμαστε λοιπόν με τον Θεό δια των ακτίστων θείων ενεργειών Του κι όχι δια της ουσίας Του. Αυτό είναι το μυστήριο της Ορθοδόξου Πίστεως και ζωής μας.Αυτό δεν μπορούν να το δεχθούν οι Δυτικοί αιρετικοί. Επειδή είναι ορθολογισταί, δεν κάνουν διάκρισι μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού, και λέγουν ότι ο Θεός είναι μόνο ουσία. Γι' αυτό και δεν μπορούν να ομιλούν περί θεώσεως του ανθρώπου. Διότι πώς θα θεωθή κατ' αυτούς ο άνθρωπος, αφού δεν δέχονται άκτιστες αλλά κτιστές τις θείες ενέργειες; Και πώς μπορεί κάτι κτιστό, δηλ. έξω από τον ίδιο τον Θεό, να θεώση τον κτιστό άνθρωπο; [...]Τον ΙΔ' αιώνα έγινε μία μεγάλη αναταραχή στην Εκκλησία, την οποία προκάλεσε ένας Δυτικός μοναχός, ο Βαρλαάμ. Άκουσε αυτός ότι οι αγιορείται μοναχοί ωμιλούσαν περί θεώσεως. Πληροφορήθηκε ότι εγίνοντο άξιοι μετά από πολύ αγώνα, κάθαρσι από τα πάθη και πολλή προσευχή, να ενωθούν με τον Θεό, να λάβουν εμπειρία του Θεού, να δουν τον Θεό. Άκουσε ότι έβλεπαν το άκτιστο φως, το οποίο είδαν οι άγιοι Απόστολοι κατά την Μεταμόρφωσι του Σωτήρος Χριστού στο όρος Θαβώρ.Έχοντας όμως ο Βαρλαάμ το δυτικό, αιρετικό, ορθολογιστικό πνεύμα αδυνατούσε να αντιληφθή την γνησιότητα αυτών των θείων εμπειριών των ταπεινών μοναχών, κι έτσι άρχισε να κατηγορή τους αγιορείτας ως τάχα πλανεμένους, αιρετικούς και ειδωλολάτρας. Έλεγε δηλ. ότι είναι αδύνατο να βλέπη κανείς την Χάρι του Θεού, επειδή δεν γνώριζε τίποτε περί διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενεργείας στον Θεό.Τότε η Χάρις του Θεού ανέδειξε ένα μεγάλο και φωτισμένο διδάσκαλο της Εκκλησίας μας, τον αγιορείτη άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά,
Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Αυτός με πολλή σοφία και φώτισι από το Θεό, αλλά και από προσωπική του εμπειρία, είπε και έγραψε πολλά και εδίδαξε, σύμφωνα και με τις άγιες Γραφές και την Ιερά Παράδοσι της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστο το φως της Χάριτος του Θεού, είναι θεία ενέργεια. Ότι όντως βλέπουν το φως αυτό οι θεωμένοι άνθρωποι ως ανωτάτη, υψίστη εμπειρία της θεώσεως, και βλέπονται μέσα στο φως αυτό του Θεού. Αυτό είναι η δόξα του Θεού, η λαμπρότης Του, το Θαβώρειο φως, το φως της Αναστάσεως του Χριστού και της Πεντηκοστής, και η φωτεινή νεφέλη της Παλαιάς Διαθήκης. Πραγματικό άκτιστο φως Θεού, κι όχι συμβολικό, όπως πλανεμένα νόμιζε ο Βαρλαάμ και οι όμοιοί του.Στη συνέχεια όλη η Εκκλησία, με τρεις μεγάλες Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και κήρυξε πως η εν Χριστώ ζωή δεν είναι απλώς ηθικοποίησις του ανθρώπου αλλά θέωσις, που σημαίνει συμμετοχή στην δόξα του Θεού, θέα του Θεού, της Χάριτός Του, του ακτίστου φωτός Του. [...]Μέχρι σήμερα οι Δυτικοί θεωρούν κτιστή την θεία Χάρι, την ενέργεια του Θεού. Είναι δυστυχώς και τούτο μία από τις πολλές διαφορές μας, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπ' όψιν στον θεολογικό διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν είναι μόνο το filiogue, το πρωτείο εξουσίας και το “αλάθητο” του πάπα, από τις βασικές διαφορές μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Παπικών. Είναι και τα ανωτέρω. Αν δεν δεχθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Χάρις του Θεού είναι άκτιστος, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, έστω κι αν δεχθούν όλα τα άλλα. Διότι ποιος θα ενεργήση την θέωσι, αν η θεία Χάρις είναι κτίσμα κι όχι άκτιστος ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;