Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Άγιος Νικόλαος


Στο νοτιοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, στη πόλη Πάταρα της Λυκίας γεννήθηκε ο άγιος Νικόλαος κατά τον 3ο αι. ( χρόνοι διωγμών του Διοκλητιανού και Μαξιμιανού) από ευσεβείς και πλούσιους γονείς που για πολλά χρόνια ήσαν άτεκνοι. Από τη παιδική του ηλικία φάνηκε ότι ο Θεός τον προώριζε για την ζωή της αγιότητας και της αφιερώσεως σ’ αυτόν. Το ότι θα γινόταν « εγκρατείας διδάσκαλος» φανερώνει το ότι Τετάρτη και Παρασκευή θήλαζε μόνο μια φορά την ημέρα. Οι γονείς τους τον ανέτρεφαν στην ευσέβεια, την ευλάβεια και τον δίδασκαν τα ιερά γράμματα. Πολύ νωρίς οι χριστιανοί της πόλεως των Πατάρων θεώρησαν ότι θα ήταν άξιος ποιμένας και ζήτησαν από τον επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας να τον χειροτονήσει ιερέα. Τα λόγια του επισκόπου ότι ο Νικόλαος θα ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, θα είναι καλός ποιμένας που θα επιστρέψει στη πίστη τους πλανεμένους και θα σώσει πολλούς που θα κινδυνεύουν βγήκαν αργότερα αληθινά.

Μετά την χειροτονία του αύξησε την σκληρότητα… των πνευματικών του αγώνων με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές συνεχίζοντας να διαπρέπει στη μοναχική ζωή. Μετά τον θάνατο των γονέων του στήριξε με την κληρονομιά της μεγάλης περιουσίας του όσους είχαν ανάγκη κάνοντας κρυφά ελεημοσύνες. Είναι γνωστό το περιστατικό της σωτηρίας από την ατίμωση τριών νεαρών κοριτσιών που ο πατέρας τους ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία για να ξοφλήσει τα μεγάλα χρέη του. Τρείς φορές ο Άγιος προσέφερε κρυφά αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν τα κορίτσια να αποκατασταθούν. Προστάτης των αδικουμένων έσωσε από βέβαιο θάνατο τρείς αθώους πολίτες αρπάζοντας το ξίφος από το δήμιο και τρείς στρατηγούς που συκοφαντήθηκαν άδικα ότι δήθεν ετοίμαζαν στάση σε βάρος του αυτοκράτορα. Οι τρείς στρατηγοί επικαλέσθηκαν τη βοήθεια του Αγίου, ο οποίος εμφανίσθηκε σε όνειρο στον αυτοκράτορα και τον πληροφόρησε για την αθωότητα τους.

Ο Θεός για τις αρετές του του έδωσε την χάρη των θαυμάτων. Πριν γίνει επίσκοπος κατα το ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους δυό φορές με την προσευχή του σταμάτησε την τρικυμία που απειλούσε το πλοίο με το οποίο ταξίδευε.

Ο Άγιος Νικόλαος έγινε κατά θαυμαστό τρόπο επίσκοπος. Όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Μύρων και μαζεύτηκαν οι επίσκοποι για να εκλέξουν αντικασταστάτη κάποιος πρότεινε να κάνουν προσευχή για το θέμα της εκλογής. Ο Θεός φανέρωσε σ’ ένα επίσκοπο ποιον έπρεπε να εκλέξουν. Θα στέκονταν κοντά στην είσοδο του ναού και όποιος θα έμπαινε σ’ αυτόν για να προσευχηθεί αυτός θα ήταν ο νέος επίσκοπος της πόλεως. Παρακινημένος από το Άγιο Πνεύμα ο Νικόλαος πήγε στο ναό για να προσευχηθεί. Εκεί συναντήθηκε με τον επίσκοπο στον οποίον ο Θεός φανέρωσε πως θα γίνει εκλογή. Αυτός τον οδήγησε στους άλλους επισκόπους που τον χειροτόνησαν ενώ τα πλήθη των χριστιανών που εν τω μεταξύ είχαν προσέλθει στο ναό εχάρησαν για την εκλογή.

Ο αγώνας του για τη διάδοση της πίστεως έκανε τους ειδωλολάτρες άρχοντες των Μύρων να τον συλλάβουν, να τον υποβάλλουν σε βασανιστήρια και να τον φυλακίσουν μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Μέγας Κωνσταντίνος και κατέπαυσε τους διωγμούς απελευθερώθηκε από τά δεσμά της φυλακής και επέστρεψε στο ποίμνιο του. Ήταν « μάρτυρας κατά την προαίρεση» χωρίς να χύσει το αίμα του.

Ο Άγιος Νικόλαος έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκλήθη το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας από τον Μ. Κων/νο κατά της αιρέσεως του Αρείου. Σύμφωνα με τη παράδοση ο Άγιος Νικόλαος, που ήταν « κανών πίστεως» αλλά και « εικόνα πραότητος» καταλήφθηκε από ιερό ζήλο και τόσο οργίσθηκε από τα βλάσφημα λόγια του Αρείου ώστε τον ράπισε στο πρόσωπο, του έδωσε μια «σφαλιάρα» .

Ω! τι θα γινόταν Άγιε Νικόλαε σήμερα! Θα σε παραλάμβαναν τα δημοκρατικά ΜΜΕ και θα σε στόλιζαν κατάλληλα με τους χαρακτηρισμούς «του τραμπούκου», «του καταπατητού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» καί δεν ξέρω τι άλλο. Κοιτάξτε όμως πως ενεργεί ο Θεός, ο οποίος έχει άλλη λογική και βλέπει τα κίνητρα των πράξεων. Ο Άγιος Νικόλαος δεν κτύπησε τον Άρειο από μίσος αλλά για να τον παιδαγωγήσει και να τον συνεφέρει από την πλάνη. Τα κίνητρα όμως των πράξεων μόνο ο Θεός τα γνωρίζει. Οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τις πράξεις.

Όπως γράφεται στο συναξάρι του η πράξη του προκάλεσε την άμεση αντίδραση του παρόντος Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος διέταξε τα όργανα της τάξεως να συλλάβουν τον άγιο να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του επισκοπικού του αξιώματος, δηλ. το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο και να τον οδηγήσουν αμέσως στη φυλακή σιδηροδέσμιο. Η δικαίωση του όμως ήλθε το βράδυ της ίδιας ημέρας. Παρουσιάστηκαν ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο. Το πρωί κάποιοι γνωστοί του τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά να φορά ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το έμαθε ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγγνώμη και τον αποφυλάκισε.

Ο Άγιος Νικόλαος και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του με θαυματουργικό τρόπο έσωσε πλήθος ανθρώπων που ταξίδευαν με πλοία μαζί με τα πληρώματα των ναυτικών γι’ αυτό και θεωρείται προστάτης τους. Όπως γράφει ο βιογράφος του Συμεών: « Η φήμη του πήρε φτερά, πέταξε ψηλά, έτρεχε παντού και αγκάλιαζε τα πάντα, διάβαινε το πέλαγος, τριγύριζε σ’ ολόκληρη τη θάλασσα και δεν υπήρχε τόπος που να μην ακούει κανείς τις θαυμαστές επεμβάσεις του». Είναι γνωστή η σωτηρία ανθρώπου που έπεσε στη θάλασσα και που μόλις φώναξε «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι» βρέθηκε στο σπίτι του ανάμεσα στους δικούς του ενώ τα ρούχα του έτρεχαν ακόμη θαλασσινό νερό. Μια άλλη φορά ναύτες που κινδύνευαν να καταποντιστούν φώναξαν τον Άγιο Νικόλαο και εκείνος εμφανίστηκε και τους είπε: «Με καλέσατε και ήρθα» και πήρε το πηδάλιο στα χέρια του διατάσσοντας τη θάλασσα να γαληνέψει.

« Σήμερα, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, δεν υπάρχει βραχονησίδα, νησάκι, μεγαλύτερο νησί, παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά και μακρύτερα από τη θάλασσα, που να να μήν έχει ανεγερθεί εικονοστάσι ή ναΐδριο, ενοριακός ναός ή μοναστηριακός ναός πρός τιμήν του Αγίου Νικολάου.

Και φυσικά, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό μας έχουν ως προστάτη τους τον αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου γεμίζει με την παρουσία και τη χάρη του τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τα σπίτια των οικογενειών τους διότι ο άγιος « διασώζει τους αυτώ προστρέχοντας εκ κινδύνων χαλεπών και θανάτου πικρού». ( Ε. Π. Λέκκου, Αγιος Νικόλαος, σ. 43).

Ο Άγιος Νικόλαος φτάνοντας σε βαθιά γεράματα κοιμήθηκε μετά από σύντομη ασθένεια. Τάφηκε σε ναό των Μύρων που κτίστηκε πρός τιμήν του και που έγινε μεγάλο προσκύνημα. Μέχρι τον 10ο αι. ο τάφος του ανέβλυζε άγιο μύρο θεραπευτικό κάθε ασθένειας. Το 1087 οι σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας μετάφεραν το λείψανό του στο Μπάρι της νότιας Ιταλίας.

Ο Άγιος Νικόλαος τιμάται ιδιαίτερα από την Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου και εντός του Αγίου Όρους, αφού στην Μονή υπάρχουν δύο παρεκκλήσια αφιερωμένα στον θαυματουργό αυτόν Άγιον, αλλά και εκτός Αγίου Όρους στο Ιερό Μετόχι του Αγίου στο Πόρτο Λάγος. Με την παρουσία μοναχών της Μονής τελούνται καθημερινά οι ιερές ακολουθίες, παρακλήσεις στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο ναό της Παναγίας Παντανάσσης αλλά και στο ναό του άλλου μεγάλου και σύγχρονού μας αγίου, του Αγίου Νεκταρίου και πλήθος κόσμου βρίσκει ανακούφιση και παρηγοριά, τόσο από τη γύρω περιοχή, όσο και από άλλες περιοχές της Ελλάδας και το εξωτερικό.

Ό «Νικόλαος, πρέσβυς ων εν γη μέγας, και γης αποστάς, εις το πρεσβεύειν ζει» δηλ. «Ο Νικόλαος που ήταν μεγάλος πρέσβης προς τον Θεό όταν ζούσε, εξακολουθεί και όταν έφυγε από τη γή να πρεσβεύει».

Ταις Αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

Αμαρτία και Μετάνοια


Αμαρτία και Μετάνοια
Γ. Μαντζαρίδη
Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Συχνά οι Χριστιανοί θεωρούν ως αμαρτία την παράβαση των αρνητικών κυρίως εντολών του Δεκαλόγου: «Ου φονεύσεις», «ου μοιχεύσεις», «ου κλέψεις», «ου ψευδομαρτυρήσεις». Όταν κανείς φροντίζει για τις εντολές αυτές, πιστεύει πως έχει όλα τα προσόντα, για να θεωρεί τον εαυτό του ως καλό Χριστιανό. Όταν μάλιστα τηρεί πιστά την έβδομη εντολή και προφυλάσσεται από τα καλούμενα σαρκικά αμαρτήματα, νομίζει πως έχει ανεβεί στην κορυφή της πνευματικής τελειότητας. Αν ο άνθρωπος αυτός αδιαφορεί για τη χριστιανική αγάπη, που αποτελεί την ουσία του χριστιανικού κηρύγματος, αν δεν γνωρίσει τι θα πει πραότητα ή ταπεινοφροσύνη, το θεωρεί δευτερεύον ή και αδιάφορο. Ο Δεκάλογος της Παλαιάς Διαθήκης, σε συνδυασμό με τον έμφυτο ηθικό νόμο, που υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων, θεωρούνται ως το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής ζωής. Τα πράγματα όμως δεν πρέπει να κρίνονται επιφανειακά. Γι’ αυτό και μια βαθύτερη εξέταση της βιβλικής και της πατερικής διδασκαλίας για την προσέγγιση της ουσίας της αμαρτίας είναι απαραίτητη.
Η ουσία της αμαρτίας κατά την Παλαιά Διαθήκη βρίσκεται στη διάθεση του ανθρώπου να αγνοήσει το Θεό και να τοποθετήσει στη θέση του τον εαυτό του. Την πλαστικότερη περιγραφή της αμαρτίας την προσφέρει το βιβλίο της Γενέσεως με την αφήγηση της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Στην Καινή Διαθήκη και την πατερική παράδοση η ουσία της αμαρτίας δεν είναι διαφορετική, αλλά παίρνει μια σαφέστερη μορφή. Αμαρτία εδώ είναι η άρνηση του ανθρώπου να δεχθεί το Ευαγγέλιο του Χριστού και να ζήσει ως μέλος της Εκκλησίας του. Η αμαρτία δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες πράξεις, σκέψεις, ενέργειες ή επιθυμίες του ανθρώπου, αλλά είναι μια γενικότερη κατάσταση που εκδηλώνεται με όλα αυτά, χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτά.
Για να καταλάβουμε καλύτερα την ουσία της αμαρτίας, χρειάζεται να δούμε τι είναι η απελευθέρωση από αυτήν, δηλαδή η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος που ζει στην αμαρτία είναι δούλος της φθοράς και του θανάτου. Οι πράξεις του, οι σκέψεις του, οι ενέργειες και οι επιθυμίες του προσδιορίζονται από την ιδιοτέλεια. Δεν είναι σε θέση ν’ ανοίξει την καρδιά του, να χωρέσει τους άλλους, να τους αγαπήσει, να τους δει ως εικόνες του Θεού, που είναι ο Δημιουργός και η πηγή της ζωής όλων των ανθρώπων. Η φθορά και ο θάνατος είναι αμαρτωλές καταστάσεις, στις οποίες υποδουλώνεται ο άνθρωπος, όταν χάσει την κοινωνία του με την πηγή της ζωής, το Θεό.
Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, όσο ο άνθρωπος «αφίστατο της ζωής, τοσούτον προσήγγιζε τω θανάτω. Ζωή γαρ ο Θεός. στέρησις δε της ζωής θάνατος». Ο θάνατος είναι το τίμημα της αμαρτίας. Και θάνατος είναι πριν απ’ όλα ο χωρισμός από το Θεό. Ο σωματικός θάνατος, που έρχεται ως επακόλουθο του πρωταρχικού αυτού θανάτου, αποτελεί ουσιαστικά ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο, «ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση» (Θεόφιλος Αντιοχείας). Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό, βρίσκεται κάτω από την εξουσία του θανάτου. Και όταν ανασυνδέεται με το Θεό εν Χριστώ γίνεται μαζί του νικητής του θανάτου.
Η σωτηρία του ανθρώπου έγκειται στην πρόσληψή του στο σώμα του Χριστού και στην ικάνωσή του να ζήσει ως νικητής της φθοράς και του θανάτου μέσα στο φως της Αναστάσεως. Ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, είναι ο μόνος που μπορεί να συνδέσει τον άνθρωπο με το Θεό και να προσφέρει σ’ αυτόν τη ζωή που στερήθηκε. Γι’ αυτό και η πίστη στο Χριστό αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το Ευαγγέλιο, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, δεν χωρίζει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις αρετές ή τις κακίες τους, αλλά σύμφωνα με τη διάθεσή τους να μετανοήσουν ή να επιμείνουν στην αμαρτία. Και ο Χριστός δεν κάλεσε τους ανθρώπους να γίνουν περισσότερο ενάρετοι ή λιγότερο αμαρτωλοί, αλλά να μετανοήσουν και να δεχθούν τη χάρη που τους προσφέρει. Όσο οι άνθρωποι δεν μετανοούν, βρίσκονται μακριά από την αληθινή πηγή της ζωής τους και είναι δούλοι της φθοράς και του θανάτου. Στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού». Μόνο η συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας δίνει στον άνθρωπο το μέτρο της πραγματικής ηθικότητάς του και της σχέσεώς του με το Θεό. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο, ότι εκείνοι που δέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν ήταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που καυχιόνταν για τις αρετές τους, αλλά οι τελώνες και οι πόρνες, που συναισθάνθηκαν την αμαρτωλότητά τους και μετανόησαν.
Αυτήν ακριβώς την αλήθεια εκφράζουν και τα λόγια του Χριστού προς τους ιερείς και διδασκάλους των Ιουδαίων. «αμήν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Η πρόταξη αυτή των τελωνών και των πορνών, που ήταν αναμφισβήτητα ανήθικοι και άδικοι άνθρωποι της κοινωνίας τους, δε σημαίνει βράβευση της ανηθικότητας και της αδικίας. πολύ περισσότερο δε σημαίνει αποδοκιμασία της δικαιοσύνης και της αρετής. Η πρόταξη αυτή σημαίνει βεβαίωση της καθολικής αφέσεως που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο που μετανοεί πραγματικά. στον άνθρωπο που κατανοεί την αναξιότητά του και επικαλείται το έλεος του Θεού.
Όταν ο Χριστός επισκέφθηκε τον τελώνη Ζακχαίο στο σπίτι του, δεν το έκανε, για να δικαιώσει τις αδικίες του, αλλά για να βραβεύσει τη μετάνοιά του. Και όταν αρνήθηκε να κατακρίνει τη γυναίκα που συνελήφθη «επ’ αυτοφώρω μοιχευομένη», δεν το έκανε για να δικαιολογήσει τη μοιχεία, αλλά για να δηλώσει την καθολικότητα της αμαρτίας και την αναγκαιότητα της μετάνοιας για όλους ανεξαιρέτως. Γι’ αυτό, όταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι επέμεναν ν’ αποσπάσουν την καταδικαστική κρίση του Χριστού για τη μοιχαλίδα, εκείνος είπε: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτήν». Και όταν αποσύρθηκαν σιγα-σιγά όλοι, «εις καθ’ εις, αρξάμενοι από των πρεσβυτέρων», είπε ο Χριστός στη γυναίκα: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».
Το μυστικό της αρετής του ανθρώπου, κατά τη χριστιανική διδασκαλία, βρίσκεται στην απόφαση της μετάνοιας. Και την απόφαση αυτή την παίρνει όποιος αισθάνεται να τον βαραίνει η αμαρτία. Αντίθετα, όποιος καυχιέται για τις αρετές του δε μετανοεί και μένει μακρυά από τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό οι αμαρτωλοί βρίσκονται πιο μπροστά από τους δικαίους στο δρόμο της βασιλείας του Θεού.
Η πρόταξη αυτή όμως φαίνεται παράξενη στα μάτια των πολλών. Παράξενη, αν όχι και απαράδεκτη, φαίνεται και στα μάτια πολλών Χριστιανών, άσχετα αν βεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό. Και αυτό είναι πολύ φυσικό, όταν ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζεται ως ηθική διδασκαλία, και ο Χριστός ως ηθικοδιδάσκαλος, που ήρθε να εγκαθιδρύσει τη δικαιοσύνη και την αρετή, όπως την εννοούν οι άνθρωποι. Διαβάζοντας όμως κανείς το Ευαγγέλιο παρατηρεί ότι όλες οι ανθρώπινες αξίες ουσιαστικά παραμερίζονται ή και ανατρέπονται. Οι άνθρωποι δεν αξιολογούνται σύμφωνα με την ηθική υπόληψή τους. Ούτε η κοινωνική τους θέση και αξιοπρέπεια δίνει το μέτρο της αξίας τους. Το μόνο σταθερό κριτήριο, το μόνο μέτρο για την αξιολόγησή τους είναι η μετάνοια. Όταν ο άνθρωπος μετανοεί, γίνεται δεκτός στη βασιλεία του Θεού, σώζεται. Όταν δεν μετανοεί, ο,τιδήποτε άλλο και να κάνει, του είναι σε τελαυταία ανάλυση άχρηστο. δεν τον σώζει. Αυτό είναι το χριστιανικό κριτήριο. Αυτό είναι το μέτρο με το οποίο θα κρίνει ο Θεός τον άνθρωπο.
Και πραγματικά, ποια μπορεί να είναι η ηθική ποιότητα και του καλύτερου ακόμα ανθρώπου μπροστά στην αγιότητα του Θεού; Ποια μπορεί να είναι η αξία της αρετής απέναντι στη θεία αρετή; «Ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» λέει ο Προφήτης Ησαϊας. Μήπως ο ληστής που κληρονόμησε τον Παράδεισο προτιμήθηκε από το Χριστό για τις αρετές του;
Βέβαια κάθε άνθρωπος, που μετανοεί και πιστεύει στο Χριστό, είναι φυσικό να φροντίζει και για την καλλιέργεια της αρετής. Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί πως υπηρετεί μόνο την αρετή και δεν αμαρτάνει; Ιδιαίτερα μάλιστα στις μέρες μας η ηθική αποχαλίνωση έχει προχωρήσει τόσο πολύ και η αμαρτία έχει τόσο διαδοθεί, ώστε πολλοί όχι μόνο τη θεωρούν τελείως φυσική, αλλά και καυχιόνται ακόμα γι’ αυτήν. Οι μεγαλύτερες απάτες και τα φοβερότερα εγκλήματα γίνονται συχνά με το φυσικότερο τρόπο. Αρκεί ν’ αφήσει κανείς λίγο ελαστική τη συνείδησή του, για να φτάσει χωρίς να το καταλάβει σε πράγματα επαίσχυντα. Γι’ αυτό και πολλοί Χριστιανοί αισθάνονται αυτάρκεις με μια υποτυπώδη πνευματική ζωή και λησμονούν την τραγικότητα της αμαρτίας.
Όπως όμως είπε ο ίδιος ο Χριστός, «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες». Όσο οι άνθρωποι φροντίζουν να παρουσιάζονται κοινωνικά ηθικοί και άμεμπτοι, γελιούνται με την ψευδαίσθηση της επιφανειακής τους παρουσίας και λησμονούν τον βαθύτερο εαυτό τους. Κρύβουν όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά και από τον ίδιο τους τον εαυτό την ασθένεια που υπάρχει μέσα τους και αισθάνονται αυτάρκεις και ισχυροί. Κατατάσσονται στους «ισχύοντες», σ’ αυτούς δηλαδή που νομίζουν ότι είναι γεροί και δεν έχουν «χρείαν ιατρού». Στην πραγματικότητα όμως αυτοί είναι άρρωστοι, που επειδή ακριβώς λησμονούν πως είναι άρρωστοι, δε σκέφτονται το γιατρό και τη θεραπεία. Αντίθετα οι «κακώς έχοντες», αυτοί δηλαδή που έχουν συναίσθηση της αρρώστιας τους, μπορούν τουλάχιστον να ζητήσουν το γιατρό και τη θεραπεία τους. Η έλλειψη της ηθικής αυτάρκειας και η απουσία της επιφανειακής κοσμιότητας και ευσέβειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις της μετάνοιας, που αποτελεί τη μόνη δυνατότητα σωτηρίας για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο δρόμος της μετάνοιας είναι πολύ κοντά σήμερα, αν συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας. Είναι ο δρόμος, στον οποίο οδηγούν τα ίδια τα δεδομένα της ζωής. Τα δεδομένα της απροκάλυπτης αμαρτίας, του ηθικού εκπεσμού και της πνευματικής ασυναρτησίας.
Η ηθική και πνευματική κρίση της εποχής μας, η εξάπλωση και ο παροξυσμός της αμαρτίας δε σημαίνει καθόλου το θρίαμβο του κακού, αλλά μάλλον την έκφραση της απελπισμένης αγωνίας του. Το κακό δεν είναι θέση, αλλά άρνηση. Δεν είναι ύπαρξη, αλλ’ ανυπαρξία. Και αυτό το δοκιμάζει ο άνθρωπος εμπειρικά από τη διάσαπαση και την αηδία, που δημιουργεί μέσα του το κακό. Και λυτρώνεται από το κακό προχωρώντας από την αίσθηση της διασπάσεως και της αηδίας στη γεύση της μετάνοιας που δεν είναι μια στιγμιαία πράξη, ούτε ακόμα μια πράξη επαναλαμβανόμενη σε τακτά ή έκτακτα χρονικά διαστήματα. Της μετάνοιας που είναι τρόπος ζωής. Γιατί η χριστιανική ζωή είναι ζωή μετάνοιας.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Αληθινή Ζωή!


Μια κουραστική κι ασταμάτητη κίνηση είναι οι επιδιώξεις μας, τα όνειρά μας.Μια πολυάριθμη σειρά αναζητήσεων για μια ζωή καλύτερη, πιο άνετη, πιο ευτυχισμένη.Ωστόσο, ζούμε στους καιρούς των μικρών προσπαθειών. Καιρούς που κυριαρχεί το πρόχειρο, το ευτελές, το χαλαρό. Θέλουμε να δίνουμε λίγα και να έχουμε πολλά. Χαμηλώσαμε τους υψηλούς στόχους. Προδώσαμε την αίσθηση του απόλυτου, του τέλειου.

Που μας πάει, λοιπόν, μια τέτοια ζωή;

Πού μας πάει και μένουμε πάντα ανικανοποίητοι, πεινασμένοι και διψασμένοι για τα αληθινά, για τα ιδανικά, για τα τέλεια;

Αγγίζοντας τις πιο βαθιές χορδές της ύπαρξής μας, ακούγεται η πατρική φωνή του μεγάλου αποστόλου, του αποστόλου Παύλου:

«Ἐπί τήν τελειότητα φερώμεθα»

(Εβρ. στ΄ 1)

Γνωρίζει άριστα ο απόστολος του Χριστού πως αυτό είναι που πραγματικά ζητάμε.

Είμαστε πλάσματα του Πανάγαθου Θεού μ’ αυτή την προδιαγραφή, της τελειότητας.

Πλαστήκαμε, εικόνες Του κι εμείς, για να Του μοιάσουμε. Τέλειος ο Πλάστης και Πατέρας μας, για την τελειότητα βαδίζουμε και μεις.

Γι’ αυτό ζούμε! Εκεί μας πάει αυτή η ζωή!

«Ὅλοι θεοειδεῖς, ὅλου Θεοῦ Θεοῦ χωρητικοί καί μόνου. Τοῦτο γάρ τελείωσις πρός ἥν σπεύδομεν», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ένας προορισμός, ένα όνειρο για όλους. Χωρίς διακρίσεις και όρια.

Άλλη ζωή αυτή. Με απαιτήσεις, ανοδική. Ζωή που δε γνωρίζει συμβιβασμούς και ημίμετρα, που όλα τα ψευτίζουν. Ζωή πραγματική και δημιουργική.

Που σου δίνει τη δύναμη να κάνεις κάθε σου έργο όλο και πιο άρτιο. Τόσο στην πνευματική ζωή, όσο και στα καθημερινά και εγκόσμια έργα, στη σπουδή, την εργασία, την οικογένεια. Ζωή που γεμίζει την ψυχή σου χαρά και ευτυχία αληθινή.

Που αν και απαιτεί αγώνα, υπομονή και κόπο, στεφανώνεται και ολοκληρώνεται με την παντοδύναμη, ενισχυτική χάρη του Θεού,

Που δεν κλείνει τα όνειρα των αναζητήσεών μας και των επιδιώξεών μας στα λιγοστά χρόνια αυτού του βίου, αλλά τα ξανοίγει στην αιωνιότητα, που είναι η πιο βαθιά και απαιτητική μας αναζήτηση.

«Ἐπί τήν τελειότητα φερώμεθα»!

Με πίστη, με θάρρος, με ελπίδα. Με τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος! Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να ζήσεις αληθινά!

Περιοδικό «Η Δράσις μας», τ. 473

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ὀφείλει τὴν ἐπωνυμία του στὸ ὄρος Σινά,ὅπου ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1255 στὸ χωριὸ Κούκουλο, πλησίων τῶν Κλαζομενῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπὸ εὐλαβεῖς καὶ πλούσιους γονεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους, παράλληλα μὲ τοὺς εὐσεβεῖς διδασκάλους του, ἔμαθε τὰ πρῶτα ἱερὰ γράμματα. Κατόπιν πῆγε στὴν Κύπρο, ὅπου ἔζησε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα κοντὰ σὲ κάποιον ἐνάρετο μοναχὸ καὶ ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος δόκιμος καὶ στὴ συνέχεια μετάβη στὸ ὄρος Σινά. Ἐκεῖ ἔλαβε τὴ μοναχικὴ κουρὰ καὶ ἔζησε ἀσκώντας τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή.Ἀπὸ τὸ Σινὰ ἀναχώρησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὡς ἐπισκέπτης καὶ προσκυνητὴς τοῦ Παναγίου Τάφου καὶ τῶν λοιπῶν προσκυνημάτων τῆς Παλαιστίνης καὶ κατόπιν ᾖλθε στὴν Κρήτη, στοὺς Καλοὺς Λιμένες, ὅπου διδάχθηκε τὴ νοερὰ προσευχὴ ἀπὸ τὸν ἐρημίτη Ἀρσένιο τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.

Στὴν συνέχεια μετέβη μὲ πλοῖο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε ὅλες τὶς μονές, τὶς σκῆτες καὶ τὰ κελιά, καθὼς καὶ τοὺς δύσβατους καὶ ἐρημικοὺς τόπους του, κατοίκησε κατ’ ἀρχὴν στὴ σκήτη τοῦ Μαγουλά, ποὺ βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ Φιλοθέου καὶ μετὰ στὶς Καρυὲς καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ Ἄθω.

Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔχτιζε κελιὰ γιὰ ὅσους ἔρχονταν πρὸς αὐτόν. Αὐτοὶ ἦταν στὸ σύνολό τους ἐπιφανεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀκούσουν τὴν ψυχωφελέστατη διδασκαλία του καὶ νὰ μονάσουν κοντά του. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀγαποῦσε τὴν ἀναχώρηση καὶ δὲν ἤθελε «οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὴν θεωρίαν», μετέβαινε σὲ δύσβατα καὶ ἀπόκρημνα μέρη, ὅπου ἦταν δύσκολο νὰ τὸν πλησιάσουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν εὐλάβειά τους, διαταράζοντας ἔτσι τὴν ἡσυχία ποὺ τόσο ποθοῦσε.

Ὁ Ὅσιος, λοιπόν, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὴ φυσιογνωμία στὴν ἐποχή του καὶ διακρίθηκε προπαντὸς ὡς ὁ πρῶτος καὶ μεγάλος συστηματικὸς δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μὲ τὸν ἁμαρτωλόν».

Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐξ αἰτίας κυρίως τῶν Καταλανῶν πειρατῶν ποὺ ἐπανειλημμένως τὸ λυμαίνονταν ἐκείνη τὴν ἐποχή, μετέβη στὴν Σερβία καὶ Βουλγαρία, στὶς πόλεις Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη καὶ Ἀλεξανδρούπολη καὶ στὰ νησιὰ Χῖο καὶ Μυτιλήνη, μεταφέροντας παντοῦ τὸ μήνυμα τῆς ἀθωνικῆς μοναστικῆς πολιτείας. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ ταπεινοφροσύνη, ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, δὲν ἱκανοποίησε τὴν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Β’ τοῦ Παλαιολόγου (1282-1328) νὰ προσέλθει στὰ ἀνάκτορα.

Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ᾖλθε στὸ Κατακεκρυωμένον ὄρος τῆς Θρᾴκης, στὰ σύνορα Βυζαντίου καὶ Βουλγαρίας, ἀγωνιζόμενος τὸν ἡσυχαστικὸ ἀγῶνα. Τελικὰ ἐπανῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, γενόμενος πανηγυρικὰ δεκτὸς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔπειτα μετέβη καὶ πάλι στὸ ὄρος Κατακεκρυωμένον, ἵδρυσε πολλὰ μοναστήρια καὶ ἔγινε εἰσηγητὴς τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ στοὺς Σλάβους καὶ τοὺς Βούλγαρους, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὰ Παρόρια τὸ 1331 καὶ πάλι τὸ 1335.

Σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου ἦταν ἡ συνειδητοποίηση τῆς Χάριτος τοῦ Βαπτίσματος, ποὺ χορηγήθηκε στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ βρίσκεται κρυμμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς πέφτουν στὴν ἁμαρτία ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἁμαρτωλὴ συνήθεια στὴν ἀναισθησία καὶ στὴν τύφλωση καὶ δὲν ξέρουμε πιὰ ἀκόμη καὶ ἂν ὑπάρχει Θεός, ποιοὶ εἴμαστε, τί μποροῦμε νὰ φθάσουμε, νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, παιδιὰ φωτός, παιδιὰ καὶ μέλῃ Χριστοῦ. Εἴχαμε βαπτισθεῖ σὲ ὥριμη ἡλικία; Δὲν διακρίναμε παρὰ τὸ νερὸ καὶ ὄχι τὸ Πνεῦμα. Κι ἂν ἀκόμη εἴμαστε ἀναγεννημένοι μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πιστεύουμε μὲ νεκρὴ καὶ ἀδρανῆ πίστη… Καταντήσαμε σάρκα καὶ συμπεριφερόμαστε ἀκολουθώντας τὴ σάρκα… Ὑπάρχουν δυὸ τρόποι νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δεχθήκαμε μυστηριακὰ μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα: α) Ἡ δωρεὰ αὐτὴ ἀποκαλύπτεται μὲ τρόπο γενικὸ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν καὶ μὲ θυσία ἐπίπονων προσπαθειῶν καὶ β) Ἐκδηλώνεται στὴ ζωὴ ὑποταγῆς (στὸν πνευματικὸ πατέρα), μὲ τὴν μεθοδικὴ καὶ ἐξακολουθητικὴ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, δηλαδὴ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη ὁδὸς εἶναι ἡ πιὸ μακρινή, ἐνῷ ἡ δεύτερη ἡ πιὸ σύντομη, μὲ τὸν ὄρο νὰ ἔχεις μάθει νὰ ἀνασκάπτεις τὴ γῆ θαρραλέα καὶ ἐπίμονα γιὰ νὰ ἀποκαλύψεις τὸ χρυσάφι».

Ἡ κυριότερη ἀπασχόληση τοῦ Ὁσίου ἦταν νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές του ἀπὸ φανταστικὲς ὀπτασίες, ποὺ ὄχι μόνο προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ἀκόμη συχνότερα προκαλοῦνται ἀπὸ τὸ δαίμονα. «Ἐραστὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶσαι πολὺ προσεκτικός. Ὅταν, ἀπασχολούμενος στὴν ἐργασία σου, βλέπεις ἕνα φῶς ἢ μία φλόγα, μέσα σου ἢ ἔξω ἀπὸ ἐσένα, τὴν αὐτολεγόμενη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, Ἀγγέλους ἢ Ἁγίους, μὴν τὴν παραδεχθεῖς. Θὰ κινδυνεύσεις νὰ τὴν πάθεις. Μὴν ἐπιτρέπεις, πολὺ περισσότερο, στὸ πνεῦμα σου νὰ ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ αὐτή. Ὅλοι οἱ ἐξωτερικοὶ αὐτοὶ ἐπίπλαστοι σχηματισμοὶ ἔχουν ἀποτέλεσμα νὰ πλανήσουν τὴν ψυχή. Ἡ ἀληθινὴ ἀρχὴ τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἔρμη τῆς καρδιᾶς ποὺ κατακαίει τὰ πάθη, προκαλεῖ τὴν εὐφροσύνη καὶ τὴν χαρὰ στὴν ψυχὴ καὶ συμμορφώνει τὴν καρδιὰ σὲ μία βέβαιη ἀγάπη καὶ ἕνα συναίσθημα ἀδιαφιλονίκητης πληρότητος».

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης «ἐπιμένει ἐδῶ, πάνω σὲ οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς Ὀρθόδοξης μυστικῆς παράδοσης. Ἡ φαντασία κάτω ἀπὸ ὅλες τὶς ἑκούσιες καὶ ἀκούσιες μορφὲς εἶναι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό».

Ἀπὸ τοὺς πολυπληθεῖς μαθητὲς καὶ διαδόχους τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ συγκεντρώθηκαν κοντά του πολὺ νωρίς, ἰδιαίτερα ὅταν βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ χειμάρρου Χρέντελι, μᾶς εἶναι γνωστοὶ οἱ ἑξῆς: ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ ἐξ Εὐβοίας, ὁ συμπολίτης του Ἰωσὴφ ποὺ ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν Λατίνων, ὁ ἀββᾶς Νικόλαος ἐξ Ἀθηνῶν ποὺ ἀντιστάθηκε ἐπίσης κατὰ τῶν Λατίνων καὶ μάλιστα κατὰ τοῦ λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὑπέστη γι’ αὐτὸ πολλὰ δεινά, ὁ Μᾶρκος ἀπὸ τὶς Κλαζομενὲς ποὺ ὑπῆρξε θεωρητικὸς καὶ ἐνάρετος ἀσκητὴς καὶ μαρτυρεῖται ὅτι εἶδε τὴν Παναγία νὰ σκεπάζει τὸ Ἅγιον Ὄρος δορυφορούμενη ἀπὸ Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος ὁ Α’, ὁ Ἰάκωβος ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς ἀρετῆς του ἔγινε Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀαρῶν καὶ ὁ Κλήμης.

Ὅλοι αὐτοὶ διέπρεψαν μὲ τὴ στάση τους στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας, γι’ αὐτὸ καὶ μερικοὶ ἔφθασαν μέχρι τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Κάποιοι ἄλλοι μάλιστα ἀποτέλεσαν καὶ τοὺς πρώτους μοναχοὺς τῆς μονῆς Γρηγορίου, καθὼς κατέβηκαν ἀπὸ τὴ δύσβατη περιοχὴ ὅπου βρίσκονταν πρὸς τὴν παραλία, στὴ σημερινὴ θέση της, προβαίνοντας ταυτόχρονα στὴν ἵδρυση καὶ τὴν τέλεια ἀποκατάστασή της σὲ κοινόβιο.

Μετὰ ἀπὸ μικρὴ ἀσθένεια ὁ Ὅσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε στὶς 27 Νοεμβρίου 1347. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του, ἐπίσης, στὶς 11 Φεβρουαρίου καὶ στὶς 27 Νοεμβρίου.

Τὰ Νηπτικὰ Ἔργα τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου διασῴζονται στὴν Πατρολογία καὶ στὴ Φιλοκαλία. Μεταξὺ τῶν συγγραμμάτων του πρέπει νὰ μνημονευθοῦν δυὸ δοκίμια, τὸ «Περὶ ἡσυχίας καὶ περὶ τῶν δυὸ τρόπων τῆς προσευχῆς» καὶ τὸ «Περὶ τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι τὸν ἡσυχάζοντα εἰς τὴν εὐχήν».

Τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι ἀζύγωτα γιὰ μᾶς ποὺ ἡ ζωή μας εἶναι σαρκικὴ κι᾿ ἀκάθαρτη, γιατὶ στὴ διάνοιά μας ἀπομένουνε μονάχα λόγια γυμνά, χωρὶς νὰ γίνουνται πράξη καὶ ζωή. Τοῦτα ποὺ λέγει ὁ βιογράφος του γιὰ τὰ ἔργα του, τὰ λέγει γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἔχουνε ἀληθινὰ καθαρίσει τὸν ἀπομέσα ἄνθρωπο: «Τὸν δὲ ἐν αὐτοὶς (τοῖς συγγράμμασιν) κεκρυμμένον πνευματικὸν πλοῦτον, ἠλίκος καὶ ὅσος τὶς ἐστιν, ὁ μὴ παρέργως ἀναγνούς, εὐρήσει καὶ χαρὰ ὄντως ἀνεκλαλήτω χαρήσεται ἐπὶ τῇ εὐρέσει αὐτοῦ».

ΔΙΔΑΧΕΣ

«Γνώση τῆς ἀλήθειας νὰ θεωρῆς προπάντων τὴν αἴσθηση τῆς χάριτος. Τὶς δὲ ἄλλες γνώσεις, πρέπει νὰ τὶς λέμε φανερώματα τῶν νοημάτων κι᾿ ἀποδείξεις τῶν πραγμάτων».

«Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ὅμοια μὲ μιὰ σκηνὴ θεόφτιαχτη, σὰν τὴ μωσαϊκή, ἔχοντας δυὸ καταπετάσματα τῆς μέλλουσας ζωῆς. στὴν πρώτη σκηνὴ θὰ μποῦνε ὅσοι εἶναι ἱερεῖς τῆς χάρης, καὶ στὴ δεύτερη, ποὺ εἶναι νοητή, θὰ μποῦνε μοναχὰ ὅσοι ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο λειτουργήσανε τριαδικὰ καὶ μὲ τελειότητα μέσα στὸ γνόφο τῆς θεολογίας, ἔχοντας τὸν Χριστὸ τελετάρχη καὶ πρώτον ἱεράρχη πάνω στὴν ἁγία Τριάδα, μέσα στὴ σκηνὴ ποὺ ἔστησε, καὶ λάμποντας οἱ ψυχές τους ἀπὸ τὶς λάμψεις τοῦ Χριστοῦ».

«Ἡ μνήμη, ποὺ εἶχε ὁ ἄνθρωπος τότε ποὺ τὸν ἔπλασεν ὁ Θεός, ἀρρώστησε, κι᾿ ἡ γιατρειά, ἀπὸ τὴν πονηρὴ καὶ καταστρεπτικὴ τούτη μνήμη τῶν λογισμῶν ποὺ ξεπέσαμε, εἶναι τὸ νὰ γυρίση πάλιν ὁ ἄνθρωπος σὲ κείνη τὴν ἀρχαία ἁπλότητα. Γιατὶ σὰν παράκουσε στὸ Θεό, αὐτὴ ἡ παρακοὴ ἔκανε ὥστε αὐτὴ ἡ ἁπλὴ μνήμη τῆς ψυχῆς, ποὺ ἤτανε στὸν ἄνθρωπο κάποιο ὄργανο γιὰ νὰ κάνη τὸ καλό, νὰ καταντήση ἕνα ὄργανο γιὰ τὸ κακό, καὶ κατάστρεψε ὅλες τὶς δυνάμεις της, γιατὶ τὴ φυσικὴ ὄρεξη ποὺ εἶχε στὸ καλὸ τὴ σκοτείνιασε καὶ τὴν ἔστριψε στὸ κακό. Κι᾿ αὐτὸ τὸ ἀρρωστημένο καὶ ταραγμένο μνημονικὸ τὸ γιατρεύει ἡ ἀδιάκοπη θύμηση τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ποὺ ἀλλάζει τοῦτο τὸ φυσικὸ μνημονικὸ σὲ κάποιο μνημονικὸ ἀπάνω ἀπὸ τὴ φύση, καὶ τὸ κάνει μνημονικὸ πνευματικό».

«Οἱ κατὰ φύση λογικοὶ σταθήκανε μοναχὰ οἱ ἅγιοι ποὺ ἀποχτήσανε τὴν καθαρότητα. Γιατὶ κανένας ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου δὲν ἀπόχτησε καθαρὴ γνώση, ἐπειδὴ χαλάσανε τὸ λογικὸ μὲ τοὺς λογισμούς. Γιατὶ τὸ ὑλικὸ καὶ πολύλογο πνεῦμα τῆς σοφίας ἐτούτου τοῦ κόσμου, ἀπλώνοντας τὰ μὲν λόγια στὰ πιὸ γνωστικά, τοὺς δὲ λογισμοὺς στὰ πιὸ ἀγροῖκα, κάνει ὥστε νὰ χαλάση τὸ συνταίριασμα τῆς ἐνυπόστατης σοφίας μὲ τὴ θεωρία καὶ μὲ τὴν ἀμέριστη καὶ ἑνιαία γνώση».

«Πρέπει νὰ γνωρίζης πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει τρόμο· (καὶ λέγω τρόμο, ὄχι αὐτὸν ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴ χαρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀργή, ἤγουν ἀπὸ τὸ φόβο τῆς τιμωρίας κι᾿ ἀπὸ τὸ φόβο ν᾿ ἀπομείνη κανένας ἀπροστάτευτος), ἀλλὰ ἔχει κάποιο ἔντρομο ἀναγάλλιασμα ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγω φόβο, ὄχι ἐκεῖνο τὸ τρόμαγμα ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ φόβο τῆς ὀργῆς, ἤγουν ἀπὸ τὸ φόβο τῆς τιμωρίας, ἀλλὰ τὸ φόβο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ σοφία ποὺ λέγεται κι᾿ ἀρχὴ σοφίας».

«Χωρὶς κανένας νὰ εἶναι λυπημένος καὶ χωρὶς νὰ ζῆ βασανισμένη ζωή, δὲν μπορεῖ νὰ βαστάξη στὸ λιοπύρι τῆς ἡσυχαστικῆς πολιτείας. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ πικραίνεται καὶ ποὺ μελετᾶ πρὶν νἄρθουνε στὸ κεφάλι του τὰ βάσανα ποὺ θὰ τραβήξη ὡς ποὺ νὰ πεθάνη καὶ μετὰ τὸ θάνατο, κι᾿ ὑπομονὴ θἄχη καὶ ταπείνωση θὲ ν᾿ ἀποχτήση, ποὺ εἶναι τὰ δυὸ θεμέλια τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς».

«Πῶς πρέπει νὰ κάθεται ὁ ἡσυχαστὴς κατὰ τὴ νοερὴ προσευχή. Πότε ἀπάνου σ᾿ ἕνα σκαμνί, γιὰ νὰ ξεκουράζεται, καὶ πότε ἀπάνου στὸ στρωσίδι τοῦ πρὸς ὥρας, γιὰ νὰ ξαποστάση. Κι᾿ ἔχει χρέος νὰ κάθεται στὸ κάθισμά του μὲ ὑπομονή, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος «τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες». Καὶ νὰ μὴ σηκώνεται γλήγορα, βαρυεστημένος ἐπειδὴ πονᾶ τὸ κορμί του ἀπὸ τὴν κούραση, καὶ γιατὶ ὁ νοῦς του ἔχει μέσα του κάποια νοερὴ βουὴ κι᾿ εἶναι ὁλοένα κι᾿ ἀδιάκοπα προσηλωμένος στὴν καρδιὰ· γιατὶ λέγει ὁ προφήτης: «Νά, πόνοι μὲ πιάσανε, σὰν τὴ γυναίκα ποὺ κοιλοπονᾶ». Ἀλλὰ σκύβοντας κάτω καὶ μαζεύοντας τὸ νοῦ στὴν καρδιά σου ποὺ εἶναι ἀνοιχτή, νὰ παρακαλᾶς τὸν Κύριο Ἰησοῦ νἄρθη σὲ βοήθειά σου. Καὶ μ᾿ ὅλο ποὺ θὰ πονᾶνε οἱ ὦμοι σου καὶ τὸ κεφάλι σου, καρτέρα θαρρετὰ κι᾿ ἐρωτικά, ζητώντας στὴν καρδιά σου τὸν Κύριο. Γιατὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι γιὰ κείνους ποὺ τὴ βιάζουνε κι᾿ οἱ βιαστὲς τὴν ἁρπάχνουνε».

«Τὸ μαρούλι εἶναι στὸ μάτι ἴδιο μὲ τὴν πικραλήθρα καὶ τὸ ξύδι εἶναι ἴδιο μὲ τὸ κρασὶ στὴν ὄψη, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γέψη ὁ λάρυγγας καταλαβαίνει καὶ ξεχωρίζει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὰ δυό. Ἔτσι κι᾿ ἡ ψυχή, ἂν ἔχη τὴ φώτιση νὰ ξεχωρίζει (ἂν ἔχη τὴ διάκριση), μὲ τὴ νοερὴ αἴσθηση γνωρίζει ποιὰ εἶναι τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ποιὲς εἶναι οἱ φαντασίες τοῦ σατανᾶ».

«Ὅποιος δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀκούγει καὶ δὲν αἰσθάνεται πνευματικά, εἶναι πεθαμένος».

Πηγή:www.imka.gr

Άγιος Φιλούμενος ο νέος Ιερομάρτυρας 29 Νοεμβρίου


Από μικρός ο Άγιος Φιλούμενος αγάπησε τον Χριστό.

Σε ηλικία δέκα ετών μαζί με τον αδελφό του περίμεναν να αποκοιμηθεί ο μεγαλύτερος τους αδελφός και αυτοί σηκώνονταν και προσεύχονταν κρυφά για ώρες.

Κατάγονταν από το χωριό Ορούντα της επαρχίας Μόρφου.

Καλή παιδαγωγό και δασκάλα της ευσεβείας είχαν τη γιαγιά τους Λωξάντρα, η οποία τους ζητούσε να της διαβάζουν βίους αγίων.

Διαβάζοντας ο Άγιος του Θεού Φιλούμενος, τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Καυσοκαλυβίτου, ως άλλος μιμητής εκείνου, έκαυσε τις επιθυμίες του κόσμου τούτου.

Τα δίδυμα τέκνα της Μαγδαληνής και Γεωργίου Ορουντιώτη, Φιλούμενος και Ελπίδιος φλεγόμενα από θείο έρωτα, ξεκίνησαν για την παλαίφατη Ιερά Μονή Σταυροβουνίου.

Εκεί παρέμειναν για πέντε χρόνια και μετά ανεχωρήσαν από τη μαρτυρική γη της Κύπρου στην Αγία Γην των Ιεροσολύμων. Ο πατήρ Ελπίδιος μετά από δώδεκα έτη διακονίας στα Ιεροσόλυμα συνέχισε τον εκκλησιαστικό του βίο σε διάφορα μέρη της Ορθοδοξίας και εκοιμήθη στο Άγιο Όρός.

Ο Φιλούμενος έμεινε στην αγία γη για 46 έτη διακονώντας την εκεί αδελφότητα του Πατριαρχείου, ως φύλακας αγίων τόπων, αλλά εξαιρέτως αγίων τρόπων.

Τελευταίος σταθμός της διακονίας του ήταν το Φρέαρ του Ιακώβ, το οποίον έγινε τόπος του μαρτυρίου του.

Στις 29 Νοεμβρίου 1979, ημέρα της ονομαστική του εορτής, φανατικοί σιωνιστές, που διεκδικούσαν το προσκύνημα ως δικό τους, τον κατέκοψαν την ώρα του εσπερινού, Αγιοταφίτες πατέρες παρέλαβαν το τίμιο του λείψανο έπειτα από πέντε ημέρες και το ενταφίασαν στην αγία γη.

Κατά την ανακομιδή των λειψάνων του, μετά από τρία έτη, αυτά ευωδίαζαν δείχνοντας την αγιότητα του.

Η μνήμη του τιμάται την 29η Νοεμβρίου, εξαιρέτως Δε στην κοινότητα της Ορούντας με παννύχιο αγρυπνία.

πηγή:www.pigizois.gr

Στη Μαρία Φιλιππάτου αντίδωρον ευγνωμοσύνης

Στη Μαρία Φιλιππάτου

Το Αντί-δωρον για όσα πρόσφερε
στις ψυχές μας και στην περιοχή μας


«Εάν τε γαρ ζώμεν, τω Κυρίω ζώμεν,
εάν τε αποθνήσκωμεν, τω Κυρίω αποθνήσκομεν,
εάν τε ουν ζώμεν εάν τε αποθνήσκωμεν,
του Κυρίου εσμέν»
(Ρωμ. ΙΔ΄ 8)

Η αείμνηστος αδελφή μας Μαρία Φιλιππάτου ζούσε για τον Κύριο, εργαζόταν στο έργο του Κυρίου και εξεδήμησε προς Κύριον.
Αυτό το τρίπτυχο χαρακτήριζε τη ζωή της. Γι’ αυτό κινήθηκε πέρα από τα συνήθη μέτρα.

* Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η μετριότητα, ξεχώριζε με τα χαρίσματα και τις αρετές της.
* Σε μια εποχή όπου επικρατεί ο συμβιβασμός και ο συσχηματισμός, διέφερε με την αρχοντιά του ορθοδόξου ήθους της.
* Σε έναν κόσμο που βασιλεύει ο εγωκεντρισμός και η ιδιοτέλεια ακτινοβολούσε με το φως της αγάπης και της καλωσύνης της.

Δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος, γιατί είδε τη ζωή της όχι ως ανάπαυση και απόλαυση, αλλά ως ανάβαση και αγώνα. Ο Χριστός που ζούσε μέσα της γινόταν το μόνιμο και αδιάκοπο κίνητρο για εργασία πνευματική, για έργα ιεραποστολής και πολύμορφης χριστιανικής αγάπης.

Ο Χριστός και η δόξα Του ήταν το ύψιστο αγαθό, το θεμέλιο της ζωής της. Ακολουθούσε και εμπνεόταν από το παράδειγμα του π. Ευσεβίου, που βίωνε το σύνθημα «όλα για τη δόξα του Χριστού». Ήταν παντού ταπεινή και αθόρυβη η παρουσία της, αλλά αισθητή. Αγαπούσε την αφάνεια, αλλά όλοι την συμβουλεύονταν. Δεν έστεργε ούτε στον οφειλόμενο έπαινο. «Παν δώρημα» έλεγε, «άνωθεν εστιν». Βασική της επιδίωξη ήταν η ταπεινή διακονία, η εσωτερική καλλιέργεια, η ενάρετη ζωή προς δόξαν Θεού. Αν η δόξα του Θεού ήταν ο στόχος της, αφετηρία ήταν η αγάπη. Μοίρασε γενναιόδωρα τον εαυτό της με την κάθε ψυχή, όπως ο Χριστός μοιράζεται τον εαυτό του και την αγάπη του μέσα στην Εκκλησία.

Η αγάπη ως ενότητα και μοίρασμα ζωής έχει πρότυπο την Αγία Τριάδα. Εικόνα αυτής της αγάπης έγινε η αοίδιμος αδελφή μας:

Ενίσχυε και ανόρθωνε παραλελυμένα γόνατα.
Στήριζε οργωμένες από το αλέτρι του πόνου καρδιές.
Έχαιρε μετά χαιρόντων και έκλαιε μετά κλαιόντων.

Άνθρωποι που ζουν με αγάπη και για τη δόξα του Θεού αφήνουν πίσω τους έργο και παράδειγμα. Έργο ιεραποστολής αξιοζήλευτο και παράδειγμα πνευματικής ζωής αξιομίμητο παρουσιάζει η μακαριστή Μαρία Φιλιππάτου.

Με πολύ λίγα λόγια η διαδρομή της ζωής της

Γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς (Θεόδωρον και Θεοδοσίαν) το 1925 και μεγάλωσε σε πολύτεκνη οικογένεια, από την οποίαν δεν έλειψαν οι δοκιμασίες. Το 1935 πεθαίνει ο πατέρας και την περίοδο της Κατοχής πεθαίνει η μητέρα. Η οικογένεια κρατήθηκε χάρη στην ενότητα των πέντε παιδιών και χάρη στην στήριξη που έδωσε ο αείμνηστος π. Γερβάσιος που ήταν ο πνευματικός τους πατέρας. Το 1946 έλαβε το πτυχίο διδασκάλισσας από την Αρσάκειο Ακαδημία Πατρών. Τον ίδιο χρόνο η θεία Πρόνοια έστειλε στη ζωή της τον αναμορφωτή των Πατρών, τον αείμνηστο π. Χριστόδουλο Παπαγιάννη, στον οποίο άρχισε να εξομολογείται.
Μετά απ’ αυτό ξεδιπλώνει τα χαρίσματά της και τις αρετές της και προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στο πνευματικό έργο που επιτελεί στην περιοχή μας η Χριστιανική Εστία Πατρών. Η μακαριστή Μαρία Φιλιππάτου γίνεται η πρώτη υπεύθυνη της ΧΟΕΝ (τομέας εργαζομένων νεανίδων).

Φθάνουμε στο 1951 που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως εκπαιδευτικός και παιδαγωγός από τα ηρωικά χώματα της Μακεδονίας. Διορίστηκε στο χωριό Λυγερή Κοζάνης, όπου υπηρέτησε επί πενταετία και έφερε το μήνυμα του Χριστού στις διψασμένες ψυχές της Μακεδονικής γης.

Από το 1956 και μέχρι το 1987 υπηρετεί σε σχολεία της πόλεως και της περιοχής των Πατρών. Από όπου πέρασε άφησε έντονα τα ίχνη μιας πιστής αλλά και δυναμικής διδασκάλισσας και διευθύντριας που αγαπούσε το καθήκον της προς τα παιδιά και τους συναδέλφους.

Από το ίδιος έτος (1956) με την ευλογία του π. Χριστοδούλου εντάσσεται στην αδελφότητα «ΕΛΠΙΣ», στην οποία παρέμεινε ενεργό-τακτικό μέλος μέχρι την έξοδόν της.
Επειδή εφλέγετο η ψυχή της να μεταδίδει την αλήθεια του Χριστού στους γύρω της και επειδή είχε χάρισμα οργανωτικό και ενέπνεε το σεβασμό και την εκτίμηση των συνεργατών της, ανέλαβε το φροντιστήριο και την ευθύνη των κύκλων του Σωτήρος, συντόνιζε τη διακίνηση του περιοδικού Ο ΣΩΤΗΡ, διοργάνωσε κατ΄ επανάληψιν εκθέσεις εργοχείρων και χριστιανικού βιβλίου και τέλος υπήρξε ενεργό μέλος της επιτροπής του εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού συνεδρίου της Χριστιανικής Εστίας Πατρών.

Όλο αυτό το έργο ήταν καρπός αναγεννημένης ψυχής, εσωτερικής καλλιέργειας, καρπός αγάπης στον Κύριο και στους συνανθρώπους της. Αυτή η αγάπη την έκανε να αψηφά κόπους και θυσίες. Ο ζήλος και η εργατικότητά της ήταν παροιμιώδεις, όταν επρόκειτο να βοηθήσει σε εκδηλώσεις που αφορούσαν στους νέους. Η εκκλησία, έλεγε, δεν προδίδει ούτε εγκαταλείπει τα παιδιά της. Στις γιορτές πρόσφερε τις καλύτερες περιποιήσεις, για τις κατασκηνώσεις εξασφάλιζε το προσωπικό της κουζίνας και τους νυχτερινούς φύλακες, στο οικοτροφείο ήταν τύπος και υπογραμμός για τις οικοτρόφους που την έβλεπαν ως καταφυγή και παραμυθία. Ήταν η δεύτερη μάνα τους.

Και όταν ήρθε η ιδιαίτερη επίσκεψη της χάριτος του Θεού με την ασθένειά της, τόνιζε την υποταγή στο θέλημα του Θεού. Υπέμεινε αγόγγυστα και ε πολλή εγκαρτέρηση και υπήρξε αβαρής και ευγνώμων σε όσους τη νοσήλευαν. Και όταν ήρθε η ώρα της εξόδου απ΄ τη ζωή αυτή, ήταν έτοιμη και ειρηνική. Ο Κύριος της ζωής και το θανάτου την κάλεσε κοντά του, για να την αναπαύσει «εκ των κόπων αυτής» και για να συνεχίσει απ’ την ουράνια βασιλεία με τη θερμή προσευχή της να στηρίζει όλους μας για την επέκταση της Βασιλείας του Θεού, την οποία είχε τόσο αγαπήσει.

Εκ μέρους της Χριστιανικής Εστίας Πατρών εκφράζουμε τη βαθιά μας, εγκάρδια, απέραντη ευγνωμοσύνη για όσα πρόσφερε η αοίδιμος Μαρία Φιλιππάτου σε όλους τους τομείς του Χριστιανικού έργου. Η προσφορά της εκτείνεται στα 53 χρόνια και είναι ανεκτίμητη, αν σκεφτεί κανείς ότι η Χριστιανική Εστία δραστηριοποιείται στον αμπελώνα του Κυρίου επί 75 χρόνια.

Προσευχόμαστε στο Λατρευτό της Κύριο ημών Ιησού Χριστό – πρεσβείαις του Αγ. Αποστόλου Ανδρέου στην πόλη του οποίου έζησε και έδρασε - να είναι αιωνία η μνήμη της και το φωτεινό της παράδειγμα να το μιμηθούμε και να το συνεχίσουμε όλοι μας.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Ηλίας Σκόνδρας

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940


Άγγελος Σικελιανός

Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940
(Δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1940 στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 334)

(Από τα Χωρικά της Σίβυλλας: ο «Όρθιος σκοπός»)

Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη
βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή

Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή
που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί,
.................
Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία,
και μ' ακέριο τον άγιο σκελετό
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του
με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό!

Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!

Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, .....Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!

Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε!

Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ' τα χαράματα των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ' όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί! 5 του Νοέμβρη 1940, Αθήνα

Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ΄ 16 Απρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940


Γιώργος Σεφέρης

Μέρες Γ΄ 16 Απρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940
[ΑΘΗΝΑ-1977-ΙΚΑΡΟΣ]


Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: « έχουμε πόλεμο ». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.

Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως μετά τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας.

Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή.

Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ' ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.

Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη. Πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο. Τώρα όλοι μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας».

Ο βασιλιάς με ύφος νέου αξιωματικού. Υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:-είστε βέβαιος; και των Γερμανών; -Και των Γερμανών είπα. -Τι δικαιολογία να δώσουμε; Δεν έχω καιρό για συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ' εμένα. . Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια» .

Η ώρα της ιστορίας


Η ώρα της ιστορίας.

Στρατής Μυριβήλης

(Δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1940 στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 334)

Σε μιαν ώρα που κανείς δεν ξέρει, σε μια στιγμή που μόνο ο Θεός ορίζει, μέσα στο ναό της Ιστορίας σημαίνει ξαφνικά η βαθειά καμπάνα της Μοίρας πάνω στα ριζικά των λαών. Τότε τα άτομα που αποτελούν την εθνικήν ολότητα, πετούν θεληματικά ένα μεγάλο μέρος από τα πιο ακριβά προνόμιά τους, αυτά ίσα-ίσα που κατοχυρώνουν τη μονάδα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Όλοι τότες, υποταγμένοι σε μιαν ακατανίκητη κεντρομόλο δύναμη, αναζητούν τον πυρήνα της ομογένειας, πυκνώνουνται γύρω εκεί, για να δώσουν, όσο γίνεται πιο υπεύθυνα, το μεγάλο «παρών» της φυλής,. Μπροστά στο κάλεσμα της Μοίρας. . Μια φυλή, ένα έθνος, ένας λαός, είναι προικισμένα με βιολογικά νειάτα τόσο περισσότερο, όσο πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά θα μπορέσουν να κάνουν τη σωτήρια προσαρμογή, από το άτομο στην ομαδική ολότητα.

Σαν γίνει αυτό, τότες πια η φυλή, οπλισμένη με όλα τα ψυχικά και ζωικά της χαρίσματα, παίρνει την ιστορική της φυσιογνωμία και από μια σκόνη ατόμων, που ήταν πριν, γίνεται ξαφνικά μια πελώρια ενιαία μορφή, εμψυχωμένη από μια μοναδική θέληση. Αναπνέει μέσα της ένας ολάκερος λαός, μ' ένα στήθος πελώριο, και το ρυθμό στις πράξεις και στους λογισμούς τους, τον δίνει μια θεόρατη καρδιά με το σφυροκόπημα του ρυθμού της.

Μόνο στους λαούς πού' ναι γερασμένοι βιολογικά, βλέπουμε τα άτομα και τις μικρές ομάδες, να τραβάνε παραζαλισμένα, το καθένα το δρόμο του, μπροστά στην κρίσιμη ώρα, όταν επίσημα θα βαρέσει η βαριά καμπάνα της Μοίρας.

Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποίαν αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο μέσα στην ιστορία του έθνους μας ολόκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της.

Δεν έγινε αυτό με εξαναγκασμούς ούτε με φοβέρες. Τα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων πρόσφεραν τους πληγωμένους εγωισμούς των, τις φιλοδοξίες και τα μίση και τα πάθη τους τα πολιτικά, και τους προσωπικούς φθόνους και τις ματαιοδοξίες τους, πρόσφεραν τις κοσμοθεωρίες τους και τις διαφωνίες τους και τις αυταρέσκειές τους, πρόσφεραν τις ελευθερίες τους στο βωμό της Ελλάδας, με τον ίδιο τρόπο που τα ζευγάρια πρόσφεραν τις χρυσές βέρες τους και οι πτωχές υπηρέτριες τις οικονομίες τους. Έτσι οι πεντακόσιες χιλιάδες των στρατευμένων νέων πρόσφεραν τα νειάτα και τη ζωή τους. Όλοι με λεύτερη τη θέληση, όλοι από το περίσσευμα της καρδιάς.

Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής, Δε θα' ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρό της, είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευτική τρέλα.

Απ' την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους.

Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα' ναι το τέλος του;

Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή. Το πώς όλοι μαζί κάναμε τον πόλεμο, αυτό είναι η νίκη της φυλής. Όλα τ' άλλα είναι μηχανολογία. Και δεν είναι μόνο μια πράξη τιμής ετούτη η ομόψυχη ενέργεια. Είναι ακόμα μια πράξη υγείας και μια πράξη φαντασίας. Μόνο ένα οργανισμός πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη δόξα της ζωής έχει τη δύναμη να ορμά προς τη θυσία με τόσο κέφι. Και μόνο ένας λαός με ισχυρή φαντασία, μπορεί να εξαρθεί πάνω από το υλικό βάρος των ατομικών συμφερόντων και να χυμήξει με τέτοια αποκοτιά, με ανοιχτές τις φτερούγες προς την αναμμένη φλόγα.

Σήμερα στεκόμαστε στην υψηλότατη κορφή της ιστορίας μας. Εκεί που ο αέρας είναι αμβροσία. Μπορούμε σήμερα να δεχτούμε τον Αισχύλο κοντά μας, δίχως να μας ταπεινώσει ο μεγάλος και ιερός ίσκιος του.

Και είναι μια υπεράνθρωπη χαρά για κάθε πνευματικό άνθρωπο, να μπορέσει να σταθεί με ασφάλεια και με επίγνωση σε τούτη την επικίνδυνη θέση, όπου το χώμα είναι σφραγισμένο από τα βήματα των θεών και των ηρώων. Να σταθεί με τη συνείδηση φωτισμένη από το μεγάλο ήλιο της φυλής, φωτισμένη ως τα βαθειά, έτσι όπως φωτίζεται ο καθάριος βυθός της θάλασσας, όταν τον χτυπάει κάθετα ο ήλιος, και ξεχωρίζεις μέσα να γαλανίζουν λογής-λογής πετράδια και νερολούλουδα.

Όρθιος πάνω στη βίγλα της επίσημης ώρας, γεμάτος από ολάκερο το παρελθόν της φυλής, γεμάτος από όλο το νόημα της Ελληνικής Γης, που γέννημα και φύτρο της είναι ο καθένας μας, έργο του ήλιου της και του χώματος και της θάλασσάς της. Να σταθεί ο καθένας μας δικαιωμένος και ήσυχος μπρος σ' οτιδήποτε κι αν πρόκειται να συμβεί. Φτάνει αυτό να 'ναι μέσα στο Νόμο της Ιστορίας της φυλής, που αυτός προστάζει και εμείς πράττουμε. Να σταθεί ευτυχισμένος και να αναπνεύσει με όλο του το στήθος τον αέρα των ελληνικών αιώνων, που' ναι μεθυστικός σαν κρασί, γιατί είναι γεμάτος από σπέρματα ζωής, από τραγούδια και μύθους και φαντασίες.

Ο καθένας να σταθεί έτσι με τη ψυχή γυμνή μπροστά στο Θεό, ώσπου να αισθανθεί την ασήμαντη μονάδα της ύπαρξής του απόλυτα ενσωματωμένη μέσα στην αιώνια μορφή της φυλής, αιώνιος κι αυτός μαζί της.

Γιατί σήμερα μέσα στον καθένα μας υπάρχει ολάκερη η Ελλάδα, ζει μέσα μας με όλους τους αιώνες της ιστορίας της, κοιτάζει μεσ' από τα μάτια μας με όλους τους ήρωές της, λατρεύεται στην προσευχή μας με όλους τους θεούς της, χορεύει μέσα στη φαντασία μας με όλα τα χρώματα, τους ήχους και τις γραμμές της.

Αν όλοι μπορέσουμε να φωτίσουμε την πράξη του πολέμου που πολεμούμε με αυτό το ήρεμο και σταθερό φως, δεν υπάρχει φόβος να λυγίσει κανένα γόνατο, ως το τέλος. Αυτό το φως, το « ιλαρόν φως », που λέει η εκκλησία, είναι κείνο που έκαμε και κάνει όλους τους ήρωες της πανανθρώπινης ιστορίας να τραβάνε χαμογελαστοί το δρόμο της αποστολής τους, με τόση ασφάλεια, με τόση χάρη.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ


ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
Αγίου Νεκταρίου
Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας.
Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).
Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών; Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής.
Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν.
Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα; Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς, λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης.
Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Η ενότης των εκκλησιών
Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.
Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί… Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).
Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.
Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;
Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.
Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων
Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλου Ματθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.
Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.
Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομής αποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).
Εν ταις Πράξεσιν ουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.
Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων
Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλου ουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας.
Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).
Εν τη προς Εφεσίους ο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.
Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.
Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησία
Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή του Βαρνάβα γίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.
Εν ταις επιστολαίς του Κλήμεντος Ρώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.
Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίου Ιγνατίου αναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".
Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;
Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.
Εν τη προς τον Πολύκαρπον επίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').
Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.
Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιερεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.
Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρός Ερμά "ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5).
Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').

Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.
Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ


ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

Γέροντος Πορφυρίου

Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό Ένα είναι το ζητούμενο στη ζωή μας, η αγάπη, η λατρεία στον Χριστό και η αγάπη στους συνανθρώπους μας. Να είμαστε όλοι ένα με κεφαλή τον Χριστό. Έτσι μόνο θ’ αποκτήσομε την χάρι, τον ουρανό, την αιώνια ζωή.Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό. Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αγαπήσομε όλους τους ανθρώπους μυστικά. Θα νιώθομε τότε όλοι μας αγαπούν. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους. Γιατί, “ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;”. Ν’ αγαπάμε, να θυσιαζόμαστε για όλους ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητάμε ανταπόδοση. Τότε ισορροπεί ο άνθρωπος. Μια αγάπη που ζητάει ανταπόδοση είναι ιδιοτελής. Δεν είναι γνήσια, καθαρή, ακραιφνής.Να τους αγαπάτε και να τους συμπονάτε όλους. “Και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη· υμείς δε εστε μέλη Χριστού και μέλη εκ μέρους”. Αυτό είναι Εκκλησία· εγώ, εσύ, αυτός, ο άλλος να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη Χριστού, ότι είμαστε ένα. Η φιλαυτία είναι εγωισμός. Να μη ζητάμε, “εγώ να σταθώ, εγώ να πάω στον Παράδεισο”, αλλά νιώθομε για όλους αυτή την αγάπη. Καταλάβατε; Αυτό είναι ταπείνωση.Έτσι, αν ζούμε ενωμένοι, θα είμαστε μακάριοι, θα ζούμε στον Παράδεισο. Ο κάθε διπλανός μας, ο κάθε πλησίον μας είναι “σαρξ εκ της σαρκός μας”. Μπορώ ν’ αδιαφορήσω γι’ αυτόν, μπορώ να τον πικράνω, μπορώ να τον μισήσω; Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας. Να γίνομε όλοι ένα εν Θεώ. Αν αυτό κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει απ’ αυτή την ενότητα. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αυτό είναι η Ορθοδοξία. Αυτό είναι ο Παράδεισος. Ας διαβάσομε απ’ τον Ευαγγελιστή Ιωάννη την Αρχιερατική Προσευχή. Προσέξτε τους στίχους: “ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς.... ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν... ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν... ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού”.Βλέπετε; Το λέει και το ξαναλέει. Τονίζει την ενότητα. Να είμαστε όλοι ένα, ένα με κεφαλή τον Χριστό! Όπως ένας είναι ο Χριστός με τον Πατέρα και τον Υιό. Εδώ κρύβεται το μεγαλύτερο βάθος τους μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δεν λέγει κάτι τέτοιο. Κανείς δεν ζητάει αυτή τη λεπτότητα που ζητάει ο Χριστός, να γίνομε όλοι ένα συν Χριστώ. Εκεί βρίσκεται το πλήρωμα. Σ’ αυτή την ενότητα, σ’ αυτή την αγάπη, την εν Χριστώ. Καμία διάσπαση εκεί δεν χωράει, κανείς φόβος. Ούτε θάνατος, ούτε διάβολος, ούτε κόλαση. Μόνο αγάπη, χαρά, ειρήνη, λατρεία Θεού. Μπορείς να φθάσεις να λες τότε με τον Απόστολο Παύλο: “Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός”.Μπορούμε πολύ εύκολα να φθάσομε σ’ αυτό το σημείο. Αγαθή προαίρεση χρειάζεται κι ο Θεός είναι έτοιμος να έλθει μέσα μας. “Κρούει την θύραν” και “καινά ποιεί πάντα”, όπως λέγει στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μεταβάλλεται η σκέψη μας, απαλλάσσεται από την κακία, γίνεται πιο καλή, πιο αγία, πιο εύστροφος. Αν, όμως, δεν ανοίξομε του κρούοντος την θύραν, αν δεν έχομε εκείνα που θέλει Αυτός, αν δεν είμαστε άξιοί Του, τότε δεν μπαίνει στην καρδιά μας. Για να γίνομε όμως άξιοί Του, πρέπει ν’ αποθάνομε κατά τον παλαιό άνθρωπο, για να μην αποθάνομε ποτέ πλέον. Τότε θα ζούμε εν Χριστώ ενσωματωμένοι με όλο το σώμα της Εκκλησίας. Έτσι θα έλθει η θεία χάρις. Και άμα θα έλθει η χάρις, θα μας τα δώσει όλα.Στο Άγιον Όρος είδα κάποτε κάτι που μου άρεσε πολύ. Μέσα σε μία βάρκα στη θάλασσα μοναχοί κρατούσαν διάφορα ιερά αντικείμενα. Καταγόταν ο καθένας από διαφορετικό τόπο, εν τούτοις έλεγαν, “αυτό είναι δικό μας” και όχι “δικό μου”.Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώςΥπεράνω όλων η αγάπη. Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί, παιδιά μου, είναι η αγάπη για τον άλλο, η ψυχή του. Ό,τι κάνομε, προσευχή, συμβουλή, υπόδειξη, να το κάνομε με αγάπη. Χωρίς την αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον, που αισθάνεται αν το αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη, αγάπη, αγάπη! Η αγάπη στον αδελφό μας προετοιμάζει ν’ αγαπήσομε περισσότερο τον Χριστό. Ωραίο δεν είναι;Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Όταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε ή όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη. Θα νιώθομε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους. Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη. Ας μη μας στενοχωρεί το αντίθετο. Ας αφήσομε τους άλλους να μας μιλάνε όπως αισθάνονται. Ας μη ζητιανεύομε την αγάπη. Επιδίωξή μας να είναι ν’ αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για κείνους. Τότε θα προσέξομε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκομε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύομε την αγάπη τους. Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά από τα βάθη της καρδιάς τους χωρίς να τους εκβιάζομε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.Αν ο αδελφός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράζει, να σκέπτεσαι: “Τώρα με πονάει το μάτι μου, το χέρι μου, το πόδι μου· πρέπει να το περιθάλψω μ’ όλη μου την αγάπη”. Να μη σκεπτόμαστε, όμως, ούτε ότι θα αμειφθούμε για τα δήθεν καλά, ούτε ότι θα τιμωρηθούμε για τα κακά που διαπράξαμε. Έρχεσαι εις επίγνωσιν αληθείας, όταν αγαπάεις με την αγάπη του Χριστού. Τότε δεν ζητάεις να σ’ αγαπάνε· αυτό είναι το σωστό. Από μας εξαρτάται να σωθούμε. Ο Θεός το θέλει. Όπως λέει η Αγία Γραφή: “... πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν”.Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώςΌταν κάποιος μας αδικήσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με συκοφαντίες, με προσβολές, να σκεπτόμαστε ότι είναι αδελφός μας που τον κατέλαβε ο αντίθετος. Έπεσε θύμα του αντιθέτου. Γι’ αυτό πρέπει να τον συμπονέσομε και να παρακαλέσουμε τον Θεό να ελεήσει κι εμάς κι αυτόν· κι ο Θεός θα βοηθήσει και τους δύο. Αν, όμως, οργισθούμε εναντίον του, τότε ο αντίθετος από κείνον θα πηδήσει σ’ εμάς και θα μας παίζει και τους δύο. Όποιος κατακρίνει τους άλλους, δεν αγαπάει τον Χριστό. Ο εγωισμός φταίει. Από κει ξεκινάει η κατάκριση. Θα σας πω ένα μικρό παράδειγμα.Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς. Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα: μία τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σε λίγα λεπτά θα τον κατασπαράξει. Τι να κάνει, για να τον βοηθήσει; Να τρέξει κοντά του; Πως; Αυτό είναι αδύνατον. Να φωνάξει; Ποιον; Κανείς άλλος δεν υπάρχει. Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; “Όχι, βέβαια!”, θα πούμε. Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει, όταν δεν καταλαβαίνομε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη. Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνομε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνομε πολύ κακό και η “τίγρις” μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και, πολύ περισσότερο, για τον Θεό;Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα. Όλους τους αγίους να τους βλέπομε. Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον, όποιος κι αν είναι, είναι “σαρξ εκ της σαρκός μας”, είναι αδελφός μας και “μηδενί μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους”, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί “ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν”.Όταν κάποιος έχει ένα πάθος, να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης και ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται. Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς. Στο κοινόβιο, όταν κάποιος φταίει, να μην του πούμε ότι φταίει. Να στεκόμαστε με προσοχή, σεβασμό και προσευχή. Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένομε την αντιλογία του αδελφού, λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Η μεγάλη τέχνη είναι, όμως, να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού, ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.Στο Πνεύμα του Θεού όλα είναι αλλιώτικα. Εκεί κανείς τα δικαιολογεί στους άλλους όλα. Όλα! Τι είπαμε; “Ο Χριστός βρέχει επί δικαίους και αδίκους”. Εγώ εσένα βγάζω φταίχτη, έστω κι αν μου λες ότι φταίει ο τάδε ή η τάδε. Τελικά σε κάτι φταίεις και το βρίσκεις, όταν σου το πω. Αυτή τη διάκριση ν’ αποκτήσετε στη ζωή σας. Να εμβαθύνετε στο καθετί και να μην τα βλέπετε επιφανειακά. Αν δεν πάμε στον Χριστό, αν δεν υπομένομε, όταν πάσχομε αδίκως, θα βασανιζόμαστε συνέχεια. Το μυστικό είναι ν’ αντιμετωπίζει κανείς τις καταστάσεις με πνευματικό τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:“’’Όλους τους πιστούς οφείλομε να τους βλέπομε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχομε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσομε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλομε να μη λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπομε ως καλούς. Κι αν δεις έναν αδελφό να ενοχλείται από πάθη, να μην τον μισήσεις αυτόν· μίσησε τα πάθη που τον πολεμούν. Κι αν τον δεις να τυραννείται από επιθυμίες και συνήθειες προηγουμένων αμαρτιών, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μην τυχόν δοκιμάσεις και συ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό που εύκολα γυρίζει από το καλό στο κακό’’. Η αγάπη προς τον αδελφό σε προετοιμάζει ν’ αγαπήσεις περισσότερο τον Θεό. Το μυστικό, λοιπόν, της αγάπης προς τον Θεό είναι η αγάπη προς τον αδελφό. Γιατί, αν δεν αγαπάεις τον αδελφό σου που τον βλέπεις, πως είναι δυνατόν ν’ αγαπάεις τον Θεό που δεν Τον βλέπεις; ‘’Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;’’”.